Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Σάτι: Το έθιμο καύσης των χηρων στην Ινδία

 ΣΑΤΙ: ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΚΑΥΣΗΣ ΤΩΝ ΧΗΡΩΝ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ

ΣΑΤΙ: ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΚΑΥΣΗΣ ΤΩΝ ΧΗΡΩΝ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ
του AΠΟΣΤΟΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ

«Κάποτε στην πόλη Αμγαρί  [σημερινή Amjhera του ομόσπονδου κρατιδίου Madhya Pradesh] είδα τρεις γυναίκες των οποίων οι άνδρες είχαν σκοτωθεί στη μάχη και οι οποίες είχαν συμφωνήσει να πεθάνουν στην πυρά. Στην καθεμιά φέρανε και από ένα άλογο στο οποίο ανέβηκαν, πολύ πλούσια ντυμένες και αρωματισμένες. Στο δεξί τους χέρι κρατούσαν μια καρύδα και στο αριστερό έναν καθρέφτη στον οποίο έβλεπαν το πρόσωπό τους. Τις περιστοίχιζαν βραχμάνοι  [μέλη της ιερατικής κάστας] και οι συγγενείς τους και μπροστά πήγαιναν άνθρωποι με τρομπέτες και τύμπανα. Καθένας δε από τους άπιστους  [ενν. τους ινδουιστές] τους έλεγε: “Πηγαίνετε τα χαιρετίσματά μου στον πατέρα μου ή στον αδελφό μου ή στη μητέρα μου ή στον φίλο μου” και αυτές έγνεφαν καταφατικά και τους χαμογελούσαν. Ξεκίνησα κι εγώ με τους συντρόφους μου για να δω τον τρόπο με τον οποίο γινόταν το κάψιμο. Έπειτα από τρία μίλια φθάσαμε σ’ ένα σκοτεινό μέρος με πολλά νερά και σκιερά δένδρα· ανάμεσά τους υπήρχαν τέσσερα κιόσκια που το καθένα περιείχε από ένα πέτρινο είδωλο. Ανάμεσα στα κιόσκια υπήρχε μια δεξαμενή με νερό, επάνω από την οποία έπεφτε μια σκιά τόσο πυκνή από τα δένδρα ώστε οι αχτίδες του ήλιου δεν τη διαπερνούσαν καθόλου. Φθάνοντας σ’ αυτά τα κιόσκια κατέβηκαν μέχρι τη δεξαμενή, βούτηξαν μέσα σε αυτήν αφαιρώντας τα ρούχα και τα στολίδια τους τα οποία και μοίρασαν σαν ελεημοσύνη. Έδωσαν τότε στην καθεμία από ένα άραφτο ένδυμα από ακατέργαστο βαμβάκι το οποίο τύλιξαν γύρω από το κεφάλι τους και τριγύρω από τις πλάτες τους. Η φωτιά ανάφτηκε κοντά σ’ αυτή τη δεξαμενή, σ’ ένα χαμηλό σημείο, και την περιέχυσαν με λάδι σησαμιού για να φουντώσουν τις φλόγες. Υπήρχαν γύρω στους δεκαπέντε άνδρες με δέσμες από λεπτά ξυλαράκια και περίπου άλλοι δέκα με μεγάλα κομμάτια ξύλου, ενώ οι τυμπανιστές και οι σαλπιγκτές στέκονταν εκεί κοντά περιμένοντας τον ερχομό των γυναικών. Τη φωτιά την κρύψανε με μια κουβέρτα που την κρατούσαν κάποιοι άνδρες, έτσι ώστε αυτές δεν θα φοβόντουσαν στη θέα της. Είδα μία από αυτές να πηγαίνει προς την κουβέρτα, να την τραβάει απότομα από τα χέρια των ανδρών και να τους λέει με χαμόγελο: “Νομίζετε ότι φοβάμαι τη φωτιά; Ξέρω ότι είναι φωτιά, γι’ αυτό αφήστε με ήσυχη”. Στη συνέχεια ένωσε τις παλάμες της πάνω από το κεφάλι της προς χαιρετισμό στη φωτιά και ρίχτηκε μέσα. Την ίδια στιγμή τα τύμπανα ήχησαν και οι τρομπέτες σάλπισαν· οι άνδρες πέταξαν τα καυσόξυλα πάνω της και οι υπόλοιποι έβαλαν τα μεγάλα κομμάτια του ξύλου πάνω πάνω για να την εμποδίσουν να κινηθεί· ακούστηκαν κραυγές και σηκώθηκε μια μεγάλη οχλοβοή. Όταν τα είδα όλα αυτά παραλίγο να έπεφτα από το άλογό μου, εάν οι σύντροφοί μου δεν φέρνανε γρήγορα νερό για να μου δροσίσουν το πρόσωπο, και στη συνέχεια έφυγα».

Πηγή
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...