Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Πέντε πράγματα για τα οποία μετανιώνουν οι ετοιμοθάνατοι....

Μια νοσοκόμα που δούλεψε με ανθρώπους με ανίατες ασθένειες, μοιράζεται την εμπειρία της και δίνει πολύτιμες συμβουλές, σε μας τους μη-ετοιμοθάνατους... [Απ' το Arise India Forum, Μέσω του twitter του @RenoDakota].
"Για πολλά χρόνια δούλεψα στην παρηγορητική φροντίδα ασθενών, κυρίως σε αυτούς που γυρνούσαν στα σπίτια τους για να πεθάνουν. Έζησα ξεχωριστές στιγμές, όντας μαζί τους για τις τελευταίες 3 με 12 εβδομάδες της ζωής τους.

Οι άνθρωποι ωριμάζουν πολύ όταν αντιμετωπίζουν το θάνατό τους. Έχοντας βιώσει μεγάλη γκάμα συναισθημάτων (άρνηση, φόβο, θυμό, στεναχώρια, περισσότερη άρνηση) στο τέλος ένιωθαν την πολυπόθητη αποδοχή: Κάθε ασθενής γαλήνευε, τελικά, πριν πεθάνει.

Όταν τους ρωτούσα αν μετάνιωναν για κάτι ή αν θα έκαναν κάτι διαφορετικά, είδα ότι υπήρχαν πολλά κοινά στις απαντήσεις τους. Να πέντε - αυτά που άκουσα πιο συχνά:


1. Εύχομαι να είχα το κουράγιο να ζήσω τη ζωή μου όπως την ήθελα στ' αλήθεια, κι όχι όπως περίμεναν οι άλλοι να τη ζήσω.  

Όταν κανείς συνειδητοποιεί ότι η ζωή του σχεδόν τελείωσε, βλέπει πιο καθαρά πόσα (σημαντικά) όνειρά του δεν πραγματοποίησε. Οι περισσότεροι δεν είχαν κάνει ούτε τα μισά και τώρα έφευγαν ξέροντας ότι γι' αυτό έφταιγαν οι επιλογές που είχαν κάνει - ή δεν είχαν κάνει.

Είναι σημαντικό να προσπαθήσεις να πραγματοποιήσεις κάποια απ' τα όνειρά σου - με το που χάνεις την υγεία σου ίσως να είναι αργά.


2. Εύχομαι να μην δούλευα τόσο σκληρά.

Αυτό μου το είπαν σχεδόν όλοι οι άντρες ασθενείς μου. Έχασαν τα παιδικά χρόνια του γιου ή της κόρης τους, δεν έζησαν όσο θα μπορούσαν συντροφιά με το έτερό τους ήμισυ, δεν διασκέδασαν όσο ήθελαν.

Απλοποιώντας τον τρόπο ζωής σας και κάνοντας συνειδητές επιλογές κατά τη διάρκειά της είναι δυνατόν να ζήσετε με λιγότερα απ' όσα νομίζετε. Και δημιουργώντας περισσότερο χώρο στη ζωή σας, γίνεστε πιο ευτυχισμένοι και ανοιχτοί σε νέες ευκαιρίες - πιο ταιριαστές με τον νέο τρόπο ζωής σας.


3. Εύχομαι να είχα το κουράγιο να εκφράσω τα συναισθήματά μου. 

Πολλοί άνθρωποι καταπίεζαν τα συναισθήματά τους για αποφύγουν τσακωμούς ή για να μη στεναχωρήσουν τους άλλους. Το αποτέλεσμα ήταν πως συμβιβάστηκαν με μια μέτρια ζωή. Πολλές ανίατες ασθένειές τους σχετίζονταν, εν μέρει, με την πικρία και την αναπόφευκτη μνησικακία που κουβαλούσαν σ' ολόκληρη τη ζωή τους.

Δε μπορούμε να ελέγχουμε τις αντιδράσεις των άλλων. Παρ' ό,τι όμως οι άλλοι μπορεί αρχικά να αντιδράσουν άσχημα αν αρχίσετε να μιλάτε με ειλικρίνεια, μακροπρόθεσμα οι σχέσεις σας θα γίνουν πιο υγιείς και πιο  ουσιαστικές. Αν δεν γίνουν, τότε απλώς ξεφορτώνεστε μια τοξική σχέση απ' τη ζωή σας. Σε κάθε περίπτωση κερδίζετε.


4. Εύχομαι να είχα κρατήσει επαφή με τους φίλους μου.

Συχνά οι ασθενείς δεν είχαν συνειδητοποιήσει πλήρως τα ωφέλη μιας παλιάς, καλής φιλίας - μέχρι τότε. Και τότε συχνά ήταν αργά για να εντοπίσω τα άτομα απ' το παρελθόν τους.
Πολλοί είχαν απορροφηθεί τόσο με τις ζωές τους που είχαν αφήσει καταπληκτικές φιλίες να μαραθούν. Συχνά οι ετοιμοθάνατοι μετάνιωναν βαθιά που δεν είχαν "ξοδέψει" περισσότερα σε μια φιλία. Όλοι ανεξαιρέτως νοσταλγούν τους φίλους τους όταν πεθαίνουν.

Ούτε τα λεφτά ούτε η κοινωνική θέση απασχολούν τους ανθρώπους τις τελευταίες στιγμές της ζωής. Αυτό που μένει τότε σε όλους είναι η αγάπη και οι σχέσεις τους με άλλους ανθρώπους. Κυρίως όμως η αγάπη.


5. Εύχομαι να είχα αφήσει τον εαυτό μου να νιώσει ευτυχισμένος.

Παραδόξως γι' αυτό μετανιώνουν πολλοί ετοιμοθάνατοι. Οι περισσότεροι δεν είχαν καταλάβει, μέχρι το παρά πέντε, ότι η ευτυχία είναι επιλογή. Είχαν μείνει προσκολλημένοι σ' αυτά που είχαν μάθει, στις συνήθειές τους. Η "ασφάλεια" του οικείου δεν τους είχε αφήσει να αλλάξουν ποτέ.

Ο φόβος της αλλαγής τούς είχε κάνει να υποκρίνονται στους άλλους (αλλά και στους εαυτούς τους!) ότι ήταν απολύτως ευχαριστημένοι με τη ζωή τους, όπως ακριβώς ήταν. Τώρα όμως μου έλεγαν πως ήθελαν να γελάσουν και πάλι με την ψυχή τους, να σαχλαμαρίσουν ξανά...

ΥΓ. Όταν είσαι στο νεκροκρέβατό σου, το τελευταίο πράγμα που σε απασχολεί είναι το τι σκέφτονται οι άλλοι για σένα.
Πόσο τέλειο θα 'ταν αν μπορούσες να ελευθερωθείς απ' όλα αυτά, να αφεθείς και να χαμογελάσεις αβίαστα ξανά - πολύ πριν από το θάνατό σου..."

Πηγή:  http://www.lifo.gr

Ο άθεος

Ένας άθεος έκανε τη βόλτα του στο δάσος, θαυμάζοντας όλα αυτά που εκείνο το «ατύχημα της εξέλιξης" είχε δημιουργήσει.
 -Τι καταπληκτικά δέντρα!
-Τι όμορφα ποτάμια!
-Τι απίστευτα ζώα!
...;αναφωνούσε συνέχεια.
 Ενώ περπατούσε κατά μήκος του ποταμού άκουγε ένα θόρυβο στους θάμνους πίσω του.
 Γύρισε για να κοιτάξει.
Τότε είδε μία τεράστια αρκούδα να πηγαίνει προς την κατεύθυνσή του.
 Τρομοκρατημένος, βάλθηκε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Κοίταξε πάνω από τον ώμο του και είδε ότι η αρκούδα ήταν πολύ κοντά.
 Άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα!
 Ήταν τόσος ο φόβος του, που του ήρθαν δάκρυα στα μάτια.
Εκείνη τη στιγμή σκόνταψε κι έπεσε κάτω αβοήθητος.
 Κύλησε στο έδαφος και προσπάθησε να σηκωθεί.  
...;Μόνο που η αρκούδα ήταν ήδη από πάνω του, προσπαθώντας να τον ακινητοποιήσει με το ένα πόδι ενώ με το άλλο προσπαθούσε να τον χτυπήσει με δύναμη.
 Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο άθεος φώναξε:

- Θεέ μου!

 Τότε ο χρόνος σταμάτησε.
Η αρκούδα δεν αντιδρούσε.
Το δάσος έπεσε σε σιωπή.
Μέχρι και το ποτάμι σταμάτησε να κυλά.
 Ένα καθαρό φως εμφανίστηκε, στον ουρανό και μια φωνή ακούστηκε να λέει:
 "Εσύ για χρόνια αρνιόσουν την ύπαρξή μου, 
Έλεγες στους άλλους ότι Εγώ δεν υπήρχα, και απέδιδες τη δημιουργία σε "κάποιο κοσμικό ατύχημα".
 Περιμένεις τώρα να σε βοηθήσω εγώ να βγεις από αυτή την κατάσταση;
Πρέπει να περιμένω ότι θα μου έχεις πίστη;
 O άθεος κοίταξε κατευθείαν στο φως και είπε:
 Θα ήταν, πράγματι, υποκρισία από μέρους μου να ζητήσω, ξαφνικά, να μου συμπεριφερθείς σα να ήμουν χριστιανός.
Ίσως, όμως ...; να μπορούσες να κάνεις χριστιανή την αρκούδα ...;
Πολύ καλά!
είπε η φωνή.
Το φως εξαφανίστηκε.
Το ποτάμι άρχισε πάλι να κυλάει κι επέστρεψαν όλοι οι ήχοι του δάσους.
 Και, τότε, η αρκούδα σήκωσε τα πόδια της, έκανε μια παύση, κατέβασε το κεφάλι και μίλησε:
 Κύριε, ευλόγησε
Αυτό το γεύμα που πρόκειται τώρα να φάω.
 Αμήν.

Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας (Του Χόρχε Μπουκάι)

-Δεν μπορώ του είπα. Δεν μπορώ!
-Σίγουρα; με ρώτησε αυτός.
-Ναι. Πολύ θα ήθελα να μπορούσα να σταθώ μπροστά της και να της πω τι νιώθω… Ξέρω, όμως, ότι δεν μπορώ!!!
Ο Χόρχε κάθισε σαν το Βούδα πάνω σ΄ εκείνες τις φριχτές μπλε πολυθρόνες του γραφείου του χαμογέλασε, με κοίταξε στα μάτια και, χαμηλώνοντας τη φωνή όπως έκανε κάθε φορά που ήθελε να τον ακούσουν προσεκτικά, μου είπε:
-Να σου πω μια ιστορία… Και χωρίς να περιμένει να συμφωνήσω, ο Χόρχε άρχισε να αφηγείται:
"Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του…
Όμως, μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ΄ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του. Ωστόσο, το ξύλο ήταν αληθινά μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος.
Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμη του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει. Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο. Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει;
Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο ,τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του ελέφαντα. Κάποιος μου εξήγησε ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος. Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;
Δε θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα
Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα – ευτυχώς για μένα – ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν΄ ανακαλύψει την απάντηση. Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν σ΄ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.
Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρόλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του.
Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο… Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.
Αυτός ο πανίσχυρος και θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής. Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του. Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση. Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του…"
-Έτσι είναι, Ντεμιάν. Όλοι είμαστε λίγο-πολύ σαν τον ελέφαντα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία. Ζούμε πιστεύοντας ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ένα σωρό πράγματα, απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και δεν τα καταφέραμε.
Πάθαμε τότε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δε θα μπορέσω.
Ο Χόρχε έκανε μια μεγάλη παύση. Ύστερα πλησίασε, κάθισε στο πάτωμα μπροστά μου και συνέχισε: Αυτό σου συμβαίνει, Ντέμι. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός Ντεμιάν που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε. Ο μοναδικός τρόπος να μάθεις εάν μπορείς, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή… Με όλη σου την ψυχή!
Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay με τίτλο «Να σου πω μια ιστορία»

Mια διδακτική ιστορία

Μία διδακτική ιστορία
Μία γυναίκα που φορούσε ένα ξεθωριασμένο καρό φουστάνι με το σύζυγό της, ντυμένο με ένα φτωχικό κοστούμι, κατέβηκαν από το τρένο στη Βοστώνη και κατευθύνθηκαν προς το γραφείο του προέδρου του Πανεπιστημίου Harvard. Δεν είχαν ραντεβού.
Η γραμματέας μπορούσε να καταλάβει από την πρώτη στιγμή ότι τέτοιοι επαρχιώτες δεν είχαν καμία δουλειά στο Harvard.
"Θα θέλαμε να δούμε να δούμε τον πρόεδρο" είπε ο άντρας με χαμηλή φωνή.
"Θα είναι απασχολημένος όλη μέρα" απάντησε η γραμματέας κοφτά.
"Θα περιμένουμε" απάντησε η γυναίκα.
Για ώρες η γραμματέας τους αγνοούσε, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα απογοητευτούν και θα φύγουν. Καθώς όμως είδε ότι δεν έφευγαν, η γραμματέας αποφάσισε να ενοχλήσει τον πρόεδρο, παρόλο που δεν το ήθελε με τίποτα.
"Ίσως αν τους δείτε για ένα λεπτό, να φύγουν" του είπε!
Εκείνος αναστέναξε με αγανάκτηση και έγνεψε θετικά. Κάποιος τόσο σημαντικός όσο αυτός σίγουρα δεν είχε το χρόνο να δέχεται ανθρώπους ντυμένους με ξεθωριασμένα καρό φουστάνια και φτωχικά κοστούμια. Ο πρόεδρος στράφηκε προς το ζευγάρι με ύφος βλοσυρό και αλαζονικό.
Η γυναίκα του είπε "Είχαμε έναν γιο που φοίτησε στο Πανεπιστήμιό σας για ένα χρόνο. Το αγαπούσε και ήταν πολύ ευτυχισμένος εδώ. Αλλά δυστυχώς πριν από ένα χρόνο σκοτώθηκε απρόσμενα. Ο άντρας μου και εγώ θα θέλαμε να χτίσουμε ένα μνημείο για αυτόν στο χώρο του Πανεπιστημίου."
Ο πρόεδρος δεν συγκινήθηκε καθόλου. Αντιθέτως εκνευρίστηκε.
"Κυρία μου" απάντησε με αναίδεια "δεν μπορούμε να βάζουμε αγάλματα για κάθε άνθρωπο που φοίτησε στο Harvard και πέθανε. Αν το κάναμε, τότε αυτό το μέρος θα έμοιαζε με νεκροταφείο."
"Οχι" απάντησε γρήγορα η γυναίκα, "δεν θέλουμε να στήσουμε ένα άγαλμα. Σκεφτήκαμε να δωρήσουμε ένα κτίριο στο Harvard."
Ο πρόεδρος γύρισε τα μάτια του. Έριξε μία ματιά στο ξεθωριασμένο καρό φουστάνι και το φτωχικό κοστούμι και φώναξε: "Ένα κτίριο! Έχετε ιδέα πόσο κοστίζει ένα κτίριο; Έχουμε περισσότερα από επτάμισι εκατομμύρια δολάρια σε κτίρια εδώ στο Harvard."
Για μία στιγμή η γυναίκα έμεινε σιωπηρή. Ο πρόεδρος χαμογέλασε χαιρέκακα. Ίσως ήρθε η ώρα να τους ξεφορτωθεί. Η γυναίκα στράφηκε προς τον άντρα της και είπε ήρεμα:
"Μόνο τόσα χρειάζονται για να φτιάξει κανείς ένα πανεπιστήμιο; Γιατί δεν φτιάχνουμε το δικό μας τότε;"
Ο σύζυγος έγνεψε θετικά. Το πρόσωπο του προέδρου κιτρίνισε και καταλήφθηκε από σύγχυση.
Ο κύριος και η κυρία Leland Stanford σηκώθηκαν όρθιοι και βγήκαν έξω. Ταξίδεψαν μέχρι το Palo Alto στην Καλιφόρνια όπου ίδρυσαν το Πανεπιστήμιου που φέρει το όνομά τους, το Πανεπιστήμιο Stanford, στη μνήμη ενός γιού τον οποίο το Harvard είχε ξεχάσει.
Ποτέ δεν κρίνουμε τους άλλους  απο  τα ρούχα που φοράνε. Ας μην ξεχνάμε οτι ο Χριστός φορούσε μόνο ενα χιτώνα...
Απο μέιλ αναγνώστη...


Πηγή/ Αναδημοσίευση :  http://ektiesthisi.blogspot.com

Το παράθυρο του νοσοκομείου

Δύο άντρες πολύ σοβαρά άρρωστοι, ήταν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου.

Στον έναν επιτρέπονταν να μένει καθιστός μία ώρα το απόγευμα γιατί τον βοηθούσε να φύγουν τα υγρά από τους πνεύμονες. Το κρεβάτι του βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο παράθυρο του δωματίου.
Ο άλλος άντρας έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια ξαπλωμένος σε ακινησία και ένας μεσότοιχος που βρισκόταν μεταξύ των κρεβατιών δεν του επέτρεπε να κοιτάει έξω από το παράθυρο.
Οι άντρες κατέληξαν να μιλούν ατελείωτα. Μιλούσαν για τις συζύγους τους, τις οικογένειες τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τη θητεία τους στον στρατό, ακόμα και για το που είχαν πάει διακοπές. Κάθε απόγευμα, ο άντρας που του επιτρεπόταν να μένει καθιστός περιέγραφε στον συγκάτοικό του όλα όσα έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου.
Ο άντρας που βρισκόταν σε αναγκαστική ακινησία άρχιζε να καταλαβαίνει πως ζει γι' αυτές τις μοναδικές απογευματινές ώρες που η άποψη του μεγάλωνε και ζωντάνευε από όλη την δραστηριότητα και τα χρώματα του έξω κόσμου.
Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια θαυμάσια λίμνη. Πάπιες και κύκνοι κολυμπούσαν εκεί, και τα παιδιά έπαιζαν με μικρά μοντέλα σκαφών στο νερό. Νεαρά ζευγάρια περπατούσαν πιασμένα χέρι χέρι μέσα στα υπέροχα λουλούδια που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τεράστια παλιά δέντρα στέκονταν με χάρη επάνω στο έδαφος και μια υπέροχη θέα του ουρανοξύστη της πόλης φαινόταν από μακριά.
Καθώς ο άντρας δίπλα στο παράθυρο εξηγούσε όλες αυτές τις όμορφες λεπτομέρειες, ο άντρας στο διπλανό κρεβάτι φαντάζονταν όλα αυτά που άκουγε. Ένα απόγευμα ο άντρας που ήταν δίπλα στο παράθυρο, περίγραφε μια παρέλαση που περνούσε. Παρόλο που ο άντρας στο δίπλα κρεβάτι δεν μπορούσε να ακούσει τον ήχο της μπάντας, μπορούσε και μόνο με τα μάτια του μυαλού του να δει τους κλόουν που χόρευαν, τα πολύχρωμα άρματα και τα όμορφα διακοσμημένα αυτοκίνητα και άλογα.
Οι μέρες πέρασαν. Ο άντρας που δεν μπορούσε να δει από το παράθυρο άρχισε να επιτρέπει σπόρους έχθρας να αναπτύσσονται μέσα του. Όσο και να εκτιμούσε τις περιγραφές του συγκατοίκου του, ευχόταν μέσα του να ήταν αυτός ο οποίος θα μπορούσε να δει την θέα από το παράθυρο. Άρχισε να αποστρέφεται τον συγκάτοικο του και στο τέλος ο πόθος του να είναι δίπλα στο παράθυρο τον έφερε σε απόγνωση.
Ένα πρωινό σε μια επίσκεψη της η νοσοκόμα βρήκε στο δωμάτιο τον άντρα δίπλα στο παράθυρο, νεκρό. Είχε πεθάνει ειρηνικά μέσα στον ύπνο του. Λυπημένα κάλεσε τους νοσοκόμους και απομάκρυνε το πτώμα του.
Μετά από ένα χρονικό διάστημα, ο άλλος άντρας ζήτησε να μετακινηθεί στο κρεβάτι που βρίσκονταν δίπλα στο παράθυρο. Η νοσοκόμα με πολύ προθυμία τον μετακίνησε και φρόντισε να είναι άνετος. Σιγά-σιγά στηρίχθηκε με πόνο στον αγκώνα του για να σηκωθεί και να ρίξει μια ματιά έξω. Επιτέλους θα μπορούσε να δει τον έξω κόσμο και όλες τις δραστηριότητες του.
Αυτό που είδε ήταν ένας κενός τοίχος !
Κάλεσε την νοσοκόμα και την ρώτησε:
"Πως μπορούσε ο συγκάτοικος μου να βλέπει όλα αυτά που μου περίγραφε; Πως μπορούσε να μου μιλάει για τόση ομορφιά και με τόσες λεπτομέρειες, όταν αυτό που φαίνεται από αυτό εδώ το παράθυρο είναι ένας παλιός και βρώμικος τοίχος;"
Και η νοσοκόμα του απάντησε :
"Ω θεέ μου... δεν το ξέρατε πως ο πρώην συγκάτοικος σας ήταν τυφλός; Δεν μπορούσε να δει καν τον τοίχο, ίσως ήθελε να σας ενθαρρύνει."
Εαν ζείτε μια ζωή βασανίζοντας τον εαυτό σας για το τι έχουν οι άλλοι, πιθανότατα θα χάσετε τη χαρά του να γίνετε αποδέκτες αυτών που οι άλλοι θέλουν να σας δώσουν.

(Από το internet)

Όταν τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται....

Δύο άγγελοι που ταξίδευαν σταμάτησαν να περάσουν την νύχτα σε ένα σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας. Η οικογένεια ήταν αγενής και αρνήθηκε στους αγγέλους να μείνουν στο δωμάτιο των ξένων της βίλας

Αντιθέτως, έδωσαν στους αγγέλους ένα μικρό μέρος σε ένα κρύο υπόγειο. Καθώς εκέινοι έφτιαχναν τα κρεβάτια τους στο σκληρό πάτωμα, ο μεγαλύτερος άγγελος είδε μια τρύπα στον τοίχο και την επισκεύασε. Όταν ο μικρότερος άγγελος τον ρώτησε γιατί, ο μεγαλύτερος απάντησε: "Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται".
Την επόμενη νύχτα οι δύο άγγελοι ήρθαν να ξεκουραστούν σε ένα πολύ φτωχικό σπίτι αλλά ο αγρότης και η γυναίκα του ήταν πολύ φιλόξενοι. Αφού μοιράστηκαν τη λίγη τροφή που είχαν, οι δύο άγγελοι κοιμήθηκαν στο κρεβάτι τους όπου μπορούσαν να έχουν μια ξεκούραστη νύχτα. Όταν βγήκε ο ήλιος, το επόμενο πρωί οι άγγελοι βρήκαν τον αγρότη και τη γυναίκα του να κλαίνε. Η μοναδική τους αγελάδα της οποίας το γάλα ήταν το μόνο τους εισόδημα ήταν νεκρή στο λιβάδι.
Ο μικρότερος άγγελος ήταν αναστατωμένος και ρώτησε το μεγαλύτερο πως ήταν δυνατόν και άφησε να γίνει κάτι τέτοιο.
Ο πρώτος άντρας είχε τα πάντα και παρόλα αυτά τον βοήθησες, τον κατηγόρησε εκείνoς. Η δεύτερη οικογένεια είχε ελάχιστα και όμως ήταν πρόθυμη να μοιραστεί τα πάντα και εσύ άφησες την αγελάδα να πεθάνει… "Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται", απάντησε ο μεγαλύτερος άγγελος.
"Όταν μείναμε στο υπόγειο της βίλας, πρόσεξα πως υπήρχε χρυσός αποθηκευμένος σε εκείνη την τρύπα στον τοίχο. Μιας και ο ιδιοκτήτης ήταν τόσο άπληστος και δεν είχε τη διάθεση να μοιραστεί την καλή του τύχη, σφράγισα τον τοίχο ώστε να μη μπορεί να βρει το χρυσό. Εχθές τη νύχτα καθώς κοιμόμασταν στο κρεβάτι του αγρότη ήρθε ο άγγελος του Θανάτου για τη γυναίκα του, κι εγώ έδωσα στη θέση της την αγελάδα. Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται".
Μερικές φορές αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν τα πράγματα δεν έχουν το αποτέλεσμα που πρέπει. Αν έχεις πίστη, θα πρέπει να μάθεις να εμπιστεύεσαι και να πιστεύεις ότι το κάθε αποτέλεσμα είναι πάντα προς όφελός σου. Μπορεί να μην το ξέρεις παρά μονάχα πολύ αργότερα.
Πηγή :  http://ektiesthisi.blogspot.com/2011/06/blog-post_03.html

Ποτέ δεν μπορείς να ικανοποιήσεις τους πάντες.....

Μια φορά και έναν καιρό πατέρας και γιος ήθελαν να κινήσουν για την πόλη για να ψωνίσουν τα απαραίτητα. Πήραν λοιπόν μαζί τους και τον γαϊδαράκο τους για να τους βοηθήσει στο κουβάλημα και κίνησαν για την πολιτεία.
Πάνω στον γαϊδαράκο καθόταν ο μικρός ενώ ο πατέρας προπορευόταν πεζός κρατώντας τον χαλινό του ζώου. Εκεί που περπατούσαν λοιπόν, συνάντησαν έναν διαβάτη ο οποίος σχολίασε:
«Κοίτα το παλιόπαιδο που κάθεται πάνω στο γαϊδουράκι και αφήνει τον γερο-πατέρα του να περπατάει και να κουράζεται».
Ο πατέρας που έδινε πάντα πολύ μεγάλη σημασία στο «τι θα πει ο κόσμος», έδωσε αμέσως εντολή στο γιο του να ξεπεζέψει για να ανέβει αυτός.
«Έτσι δεν θα ξαναεκτεθούμε στον κόσμο» είπε.
Δρόμο παίρνουν δρόμο αφήνουν και παρακάτω συναντούν έναν άλλο διαβάτη, που βλέποντας... τους ξίνισε τα μούτρα του και σχολίασε... «Καλά δεν ντρέπεται ο άσπλαχνος πατέρας που αφήνει το γιο του να περπατά και να κουράζεται ενώ αυτός στρογγυλοκάθεται πάνω στο γαϊδουράκι;»
Κρύος ιδρώτας έλουσε τον δυστυχή πατέρα για το δηκτικό σχόλιο, έτσι αμέσως ανέβασε και τον γιο του στο υποζύγιο.
«Έτσι δεν θα ξαναεκτεθούμε στον κόσμο» είπε.
Δρόμο παίρνουν δρόμο αφήνουν, καβαλημένοι και οι δύο πάνω στο γαϊδουράκι και λίγα χιλιόμετρα πριν την πόλη συναντούν έναν άλλο διαβάτη, που βλέποντας τους έμεινε με ανοικτό το στόμα του και σχολίασε:
«Καλά δεν ντρέπονται οι αναίσθητοι που έχουν στρογγυλοκαθίσει και οι δύο τους πάνω στο κακόμοιρο το γαϊδουράκι;»
Μια και δύο ο πατέρας λέει στον γιο του: «Αυτό είναι άνω ποταμών. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση τώρα που θα πάμε στην πόλη να εκτεθούμε! Πρέπει να ξεκουράσουμε το γαϊδουράκι!»
Φτιάχνουν λοιπόν ένα αυτοσχέδιο φορείο, έβαλαν το γαϊδουράκι απάνω και κίνησαν καμαρωτοί – καμαρωτοί για την πόλη.
Με το που φτάνουν στην αγορά φυσικά επεκράτησε μεγάλη αναστάτωση αφού όλοι σκασμένοι στα γέλια σχολίαζαν «Κοίτα τους ηλίθιους έχουν ένα μια χαρά γαϊδούρι και αντί να τους κουβαλάει, το κουβαλάνε αυτοί!»
Και όλα αυτά προς μεγάλη απογοήτευση του αξιοπρεπούς πατρός που τελικά είδε το χειρότερο εφιάλτη του να γίνεται πραγματικότητα.
Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας;
1. Ποτέ μα ποτέ δεν μπορείς να έχεις τους πάντες ικανοποιημένους.
2. Αν άγεσαι και φέρεσαι από την γνώμη των άλλων τότε ποτέ δεν θα μπορέσεις να κάνεις αυτό που εσύ πραγματικά θέλεις και χρειάζεσαι.

Ο κύκλος της χαράς (Paulo Coello)

  
 Κάποια μέρα ένας χωρικός χτύπησε δυνατά την πόρτα ενός μοναστηριού. Όταν ο αδελφός θυρωρός άνοιξε, εκείνος του έδωσε ένα θαυμάσιο τσαμπί σταφύλια.
     - Αγαπητέ αδελφέ, αυτά είναι τα πιο ωραία σταφύλια του αμπελιού μου. Ήρθα εδώ να σου τα χαρίσω.
     - Ευχαριστώ! θα τα πάω αυτά στον αβά, θα χαρεί πολύ με τέτοιο δώρο.
     - Όχι! Για σένα τα έφερα.
     - Για μένα; Ο αδελφός κοκκίνισε, επειδή αισθάνθηκε ότι δεν άξιζε ένα τέτοιο δώρο της φύσης.
     - Ναί! επέμενε ο χωρικός. Γιατί πάντα μου άνοιγες την πόρτα, όταν εγώ χτυπούσα. Όταν χρειαζόμουν βοήθεια, επειδή η σοδειά μου είχε καταστραφεί από την ξηρασία, εσύ μου έδινες κάθε μέρα ένα κομμάτι ψωμί κι ένα ποτήρι κρασί, θέλω αυτό το τσαμπί σταφύλια να σου φέρει λίγο από την αγάπη του ήλιου,την ομορφιά της βροχής και το θεϊκό θαύμα που το γέννησε τόσο όμορφο.
     Ο αδελφός θυρωρός τοποθέτησε το τσαμπί μπροστά του κι όλο το πρωί το θαύμαζε: Ήταν πραγματικά όμορφο. Γι' αυτό αποφάσισε να παραδώσει το δώρο στον αβά, που πάντα τον ενθάρρυνε με σοφά λόγια.
     Ο αβάς χάρηκε πολύ με τα σταφύλια, θυμήθηκε όμως ότι κάποιος αδελφός στο μοναστήρι είχε αρρωστήσει και σκέφτηκε: "θα του δώσω το τσαμπί. Ποιος ξέρει, μπορεί να φέρει κάποια χαρά στη ζωή του".
     Έτσι κι έγινε. Τα σταφύλια δεν έμειναν, όμως, πολλή ώρα στο δωμάτιο του άρρωστου αδελφού, γιατί κι εκείνος συλλογίστηκε: "Ο αδελφός μάγειρας μ' έχει φροντίσει τόσο καιρό, ταΐζοντας με με ό,τι καλύτερο. Σίγουρα θα χαρεί".
     Όταν το μεσημέρι εμφανίστηκε ο αδελφός μάγειρας με το γεύμα, αυτός του έδωσε τα σταφύλια.
"Είναι για σένα", είπε ο άρρωστος αδελφός. "Επειδή πάντα βρίσκεσαι σ' επαφή με τα προϊόντα που μας προσφέρει η φύση, θα ξέρεις τι να κάνεις μ' αυτό το δημιούργημα του θεού".
     Ο αδελφός μάγειρας έμεινε κατάπληκτος από την ομορφιά του τσαμπιού και σχολίασε με τον βοηθό του πόσο τέλεια ήταν τα σταφύλια. Τόσο τέλεια, που κανείς άλλος δεν θα εκτιμούσε τέτοιο θαύμα της φύσης όσο ο αδελφός σκευοφύλακας, καθώς εκείνος ήταν ο υπεύθυνος για τη φύλαξη της Αγίας Μετάληψης και πολλοί στο μοναστήρι τον θεωρούσαν σαν άγιο άνθρωπο.
     Ο σκευοφύλακας με τη σειρά του χάρισε τα σταφύλια στον πιο νεαρό δόκιμο, ώστε να καταλάβει εκείνος, ότι το έργο του θεού φανερώνεται στις πιο μικρές λεπτομέρειες της δημιουργίας. Όταν ο δόκιμος τα πήρε, η καρδιά του δόξαζε τον Κύριο, επειδή δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφο τσαμπί. Την ίδια στιγμή θυμήθηκε την πρώτη φορά που είχε φτάσει στο μοναστήρι και τον άνθρωπο που του είχε ανοίξει την πόρτα - αυτή η χειρονομία του είχε επιτρέψει να βρεθεί σήμερα σ' εκείνη την κοινότητα ανθρώπων που ήξεραν να εκτιμούν τα θαύματα.
     Κι έτσι, λίγο πρίν νυχτώσει, έφερε το τσαμπί στον αδελφό θυρωρό.
     "Να το απολαύσεις", είπε. "Γιατί εσύ περνάς τον περισσότερο χρόνο εδώ ολομόναχος. Αυτά τα σταφύλια θα σε κάνουν να χαρείς".
     Ο αδελφός θυρωρός θεώρησε ότι εκείνο το δώρο προοριζόταν πραγματικά για τον ίδιο, απόλαυσε την κάθε ρόγα του τσαμπιού και κοιμήθηκε ευτυχισμένος.

Τα επτά θαύματα του κόσμου....!!!

Ζητήθηκε από μια ομάδα μαθητών να γράψουν μια λίστα με αυτά που κατά τη γνώμη τους ήταν τα σημερινά "επτά θάυματα του κόσμου".
     Παρ' ότι υπήρξαν κάποιες διαφωνίες, οι περισσότερες γνώμες αφορούσαν τα παρακάτω:
     1. Οι πυραμίδες της Αιγύπτου
     2. Το Τaj Mahal
     3. To Grand Canyon
     4. Το κανάλι του Παναμά
     5. To Εmpire State Building
     6. Η βασιλική του Αγίου Πέτρου
     7. Το σινικό τείχος
     Ενώ μάζευαν τα γραπτά, ο δάσκαλος πρόσεξε ότι μια μαθήτρια, δεν είχε τελειώσει ακόμη το γράψιμο.
     Τη ρώτησε λοιπόν αν είχε κάποιο πρόβλημα με τη λίστα της. Το κορίτσι απάντησε: "Nαι, έχω λίγο πρόβλημα. Δεν μπορώ να αποφασίσω, γιατί είναι τόσα πολλά..."
     Ο δάσκαλος τότε της είπε: "πες μας λοιπόν τι έχεις γράψει, για να δούμε αν μπορούμε να σε βοηθήσουμε."
     Το κορίτσι στην αρχή δίστασε, μα μετά διάβασε: "Πιστεύω τα επτά θαύματα του κόσμου είναι...
     1. Να βλέπεις...
     2. Να ακούς...
     3. Να αγγίζεις...
     4. Να γεύεσαι...
     5. Να αισθάνεσαι...
     6. Να γελάς...
         και
     7. Να αγαπάς..."
     Η ησυχία στην αίθουσα ήταν τέτοια, που θα άκουγες και μια καρφίτσα αν έπεφτε.....

Ο Βραχμάνος, η Τίγρη και το Τσακάλι (Ινδικό Παραμύθι)

Μια φορά κι ένα καιρό, ένας Βραχμάνος κίνησε να πάει σ' ένα προσκύνημα. Στο δρόμο του, είδε μια τίγρη κλειδωμένη μέσα σ' ένα κλουβί να ξαπλώνει νωχελικά. Βλέποντας το καημένο το θηρίο το λυπήθηκε, που ήταν αιχμάλωτο. Αλλά μετά, σκεφτόμενος τι μεγάλο κίνδυνο θα αποτελούσαν τα άγρια ζώα αν δεν ήταν φυλακισμένα, αποφάσισε να συνεχίσει την πορεία του.
"Ω Βραχμάνε, ω ευγενή Βραχμάνε," τον κάλεσε η τίγρη, που είχε διακρίνει τη συμπάθεια στο βλέμμα του άγιου περιπλανητή, "λυπήσου με. Ελευθέρωσέ με προτού φύγεις. Είμαι διψασμένη και θέλω να πάω σ' εκείνο το ρυάκι να πιω νερό."
"Δεν θα τολμούσα να σε αφήσω ελεύθερη," είπε ο Βραχμάνoς, κατευθύνοντας τα βήματά του πίσω στο κλουβί. "Όχι, δεν θα τολμούσα να σε αφήσω ελεύθερη, επειδή θα με έτρωγες προτού να πας για να πιεις νερό στο ρυάκι. Όχι, φοβάμαι ..."
"Ω άγιε βασιλιά, ω αληθινά αφοσιωμένε πατέρα," ικέτευσε η τίγρη με δάκρυα στα μάτια, "σε παρακαλώ, λυπήσου με. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ πολύ, δείξε οίκτο για μένα. Δε θα μπορούσα να είμαι τόσο αγνώμων ώστε να σε φάω ως αντάλλαγμα για την καλοσύνη σου. Ω, πως μπόρεσες να σκεφτείς κάτι τέτοιο;"
Ο Βραχμάνος συγκινήθηκε πολύ από την ικεσία της τίγρης, και έτσι ξεκλειδώνοντας την πόρτα την άφησε ελεύθερη. Μετά, βιάστηκε να συνεχίσει το δρόμο του μια και η τίγρη τον είχε ήδη καθυστερήσει. Αλλά, προς μεγάλη του κατάπληξη, εκείνη πετάχτηκε μπροστά του και, κόβωντάς του το δρόμο, φώναξε:
"Μείνε, ω παντογνώστη, μείνε. Είχες υποψίες και φοβόσουνα ότι θα μπορούσα να σε φάω αν με άφηνες έξω από το κλουβί. Μ' αυτό τον τρόπο, όμως, έβαλες την ιδέα της τροφής στο κεφάλι μου. Έτσι, θα σε φάω και θα ικανοποιήσω την πείνα μου, προτού πάω για να σβήσω τη δίψα μου. Οι γιατροί λένε ότι δεν είναι καλό να πίνεις με άδειο στομάχι."
"Ω, μα υποσχέθηκες ότι δε θα μου έκανες κακό να σε ελευθέρωνα από το κλουβί!" είπε ο Βραχμάνος τρέμοντας από φόβο. "Είσαι ένα αχάριστο κάθαρμα"
"Είτε υποσχέθηκα είτε όχι," απάντησε η τίγρη με μια αινιγματική έκφραση στο πρόσωπο, "είμαι πεινασμένη, και πρέπει να σε φάω. Εξάλλου, δεν μπορώ να αγνοήσω τη συμβουλή του γιατρού και να πάω να πιω με άδειο στομάχι."
Ο καημένος ο Βραχμάνος τώρα, στεκόταν τρέμοντας, ανίκανος να αρθρώσει λέξη, ενώ η τίγρης, ανυπόμονη για το κολατσιό της, τον πλησίασε με μικρά πηδηματάκια. Τότε ο Βραχμάνος σκέφτηκε ότι καλό θα ήταν να προσπαθήσει να εξασφαλίσει ακόμη λίγο χρόνο για τη ζωή του από τον εχθρό, αν αυτό ήταν δυνατόν.
"Άκουσε, φίλη μου," είπε στην τίγρη, ευγενικά αλλά με σταθερή φωνή. "Βρισκόσουνα σε άμεσο και συνεχή πόνο κλειδωμένη σ' εκείνο το κελί. Σε ελευθέρωσα επειδή μου υποσχέθηκες ότι δε θα μου έκανες κακό, όταν θα ήσουν λεύτερη. Αλλά τώρα, θες να με φας. Ας ζητήσουμε από πέντε δικαστές να μας πούνε αν είναι δίκαιο το να με φας."
"Πολύ καλά," συμφώνησε η τίγρη απρόθυμα, και συνόδευσε το Βραχμάνο προς το μέρος όπου στεκόταν ένα δέντρο Ινδοσυκής, μελαγχολικό και με γένια, σα δικαστής.
"Ω σοφό γέρικο δέντρο, άκουσε και κρίνε," παρακάλεσε ο Βραχμάνος με ενωμένα τα χέρια, γονατισμένος μπροστά του.
"Μπες στο θέμα," είπε το δέντρο με γεροντική αξιοπρέπεια.
"Αυτή η τίγρη," είπε ο Βραχμάνος, "ήταν κλεισμένη σ' ένα κλουβί. Με είδε καθώς περνούσα και με ικέτευσε να την απελευθερώσω μια και διψούσε και ήθελε να πάει σ' ένα κοντινό ρυάκι και να πιει νερό. Φοβόμουν ότι θα με σκότωνε αν άνοιγα την πόρτα του κλουβιού. Αλλά ορκίστηκε ότι δε θα της περνούσε ποτέ απ' το μυαλό να με σκοτώσει. Έτσι την άφησα ελεύθερη, και τώρα θέλει να με φάει. Πες μου, ω σοφό, είναι δίκαιο να το κάνει αυτό;"
"Οι άνθρωποι έρχονται συχνά για να ξαποστάσουν κάτω από τη δροσερή σκιά των πράσινων κλαδιών μου," είπε το δέντρο, "αλλά το χειμώνα, επειδή δεν χρειάζονται την προστασία μου κόβουν τα κλαδιά μου και καίνε τη φυλλωσιά μου σαν καύσιμο στις φωτιές τους. Ας αφήσουμε την τίγρη να φάει τον άνθρωπο, αφού το ανθρώπινο είδος πάσχει από κακοήθεια κι αγνωμοσύνη."
"Ω σοφέ δικαστή, αληθή τα λόγια σου!" αναφώνησε η τίγρη και πήδηξε προς το μέρος του Βραχμάνου, λέγοντας: "Λοιπόν, σοφέ, η σάρκα σου μυρίζει ωραία!"
"Περίμενε, περίμενε, φίλη μου, υπάρχουν τέσσερις δικαστές που πρέπει να συμβουλευτούμε ακόμη", είπε ο Βραχμάνος. Και απευθύνθηκε στο περιστέρι που είχε τη φωλιά του στο άλσος:
"Ω ευγενικό και τρυφερό περιστέρι, άκουσε και κρίνε."
"Μπες στο θέμα," είπε το περιστέρι αγαπησιάρικα.
Ο Βραχμάνος του αφηγήθηκε την ιστορία πως η τίγρη ικέτευσε να αφεθεί ελεύθερη και υποσχέθηκε να μην του κάνει κακό, αλλά να που τώρα ήθελε να τον φάει.
"Οι άνθρωποι αγαπούν το πυρόξανθο χρώμα της φυλής μου," είπε το περιστέρι, "και θαυμάζουν τη μουσική μας. Αλλά, κάθε φορά που μας βλέπουν μας πετάνε πέτρες ή απλώνουν δίχτυα για να μας πιάσουν. Οι άνθρωποι είναι στ' αλήθεια τα πιο αγνώμονα όντα στη γη, ενώ τα ζώα είναι ευγενή. Ας αφήσουμε τους ευγενείς να επικρατήσουν."
"Λοιπόν;" ρώτησε η τίγρη, θριαμβευτικά.
"Έλα, ας πάμε να ρωτήσουμε τη γνώμη εκείνου του βοδιού," είπε ο Βραχμάνος σκεφτόμενος ότι το οικόσιτο ζώο θα μπορούσε να εκφέρει γνώμη υπέρ του. Η τίγρη τον ακολούθησε, περήφανη για την ευγένεια που της είχε αποδώσει το περιστέρι.
"Ω ιερό βόδι! Ω άγιε σύντροφε της άγιάς μας αγελάδας! Άκουσέ με και απόδωσε σε μένα την πιο λελογισμένη σου κρίση," είπε ο Βραχμάνος πλησιάζοντας το μοσχάρι. "Ήμουνα στο δρόμο καθ' οδόν για ένα προσκύνημα όταν συνάντησα αυτή την τίγρη, κλεισμένη σ' ένα κλουβί. Με ικέτευσε να την απελευθερώσω γιατί όπως είπε διψούσε. Φοβόμουνα ότι θα μπορούσε να με σκοτώσει, αλλά με διαβεβαίωσε ότι αν την άφηνα ελεύθερη θα ήμουν ασφαλής. Έτσι, άνοιξα το κλουβί. Αλλά, όπως ξεκίνησα για να συνεχίσω το ταξίδι μου, ήρθε και μου είπε ότι πρέπει να με φάει προτού σβήσει τη δίψα της."
"Με τιμάς αποκαλώντας με άγιο και ιερό," είπε το βόδι. "Αλλά, το κάνεις αυτό την ώρα της ανάγκης σου. Αυτoί είναι οι τρόποι της φυλής σου. Όταν ήμουνα νέο και δυνατό και δούλευα για τον αδελφό σου τον αγρότη, με τάιζε και με αντιμετώπιζε με φροντίδα. Τώρα που είμαι γέρικο και ανίκανο, με εγκατέλειψε στην ερημιά για να συντηρήσω μονάχο τον εαυτό μου όσο καλύτερα μπορώ. Γι' αυτό νιώθω, ότι αν οι άνθρωποι είναι αγνώμονες, τα ζώα θα έπρεπε να τους πληρώσουν με το ίδιο νόμισμα."
"Πεινάω για τη σάρκα σου, ω σοφέ. Πεινάω!" κραύγασε η τίγρη τρέχοντας προς το μέρος του Βραχμάνου.
"Περίμενε, περίμενε, υπάρχουν ακόμη δύο δικαστές με τους οποίους πρέπει να μιλήσουμε," είπε ο Βραχμάνος, αν και δεν έλπιζε ότι θα βρισκόταν κανείς για να αναγνωρίσει την αξία της πράξης του. "Να ο δρόμος. Άσε με να ζητήσω τη γνώμη του." Κι έτσι αφηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία στο δρόμο.
"Καλέ μου άνθρωπε," του απάντησε αυτός, "πως μπορείς να περιμένεις από μένα να αποδώσω δικαιοσύνη; Κοίταξέ με. Είμαι χρήσιμος σε όλους, σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους, ζώα και πουλιά. Αν και όλοι με ποδοπατάνε δε μου δίνουν τίποτα άλλο από στάχτες και τα σκουπίδια τους, και μόνο φλούδια από σπόρια για να φάω."
Ο Βραχμάνος βούλιαξε στην απελπισία. Παρ' όλα αυτά μια ισχνή ελπίδα γεννήθηκε μέσα του, όταν είδε το τσακάλι να έρχεται προς το μέρος τους. Αυτό, ίσως, να τον υποστήριζε.
"Ω, Θείε μου Τσακάλι, άκουσέ με και απόδωσε δικαιοσύνη!" ικέτευσε.
"Πες μου ολόκληρη την ιστορία από την αρχή μέχρι το τέλος," είπε το τσακάλι.
Ο Βραχμάνος αφηγήθηκε όλα όσα συνέβησαν με κάθε λεπτομέρεια.
"Ω, πόσο ηλίθιο εκ μέρους μου, αλλά μου διέφυγε η ουσία ολόκληρης της ιστορίας. Θα μπορούσες σε παρακαλώ να μου την αφηγηθείς ξανά απ' την αρχή;"
Ο Βραχμάνος είπε ξανά την ιστορία.
"Είναι πολύ παράξενο," είπε το τσακάλι κουνώντας το κεφάλι του, "όλα φαίνονται να μπαίνουν απ' το ένα αυτί και να βγαίνουν απ' το άλλο. Τώρα, για να δούμε ακριβώς πως έγιναν τα γεγονότα. Εσύ, αγαπητέ Βραχμάνε, ήσουνα, νομίζω, μέσα στο κλουβί και η τίγρη περνούσε ..."
"Όχι, όχι" διέκοψε η τίγρη, "είσαι ηλίθιο! Εγώ ήμουνα στο κλουβί."
"Και βέβαια!" αναφώνησε το τσακάλι υποκρινόμενο το ηλίθιο. "Ναι! Εγώ ήμουνα στο κλουβί -ω, όχι δεν ήμουνα- ωιμέ, ωιμέ! Τι έπαθε το μυαλό μου; Για να δω, το κλουβί ήταν μέσα στην τίγρη και ο Βραχμάνος περνούσε -όχι, όχι, πάλι δεν τα λέω σωστά ... Λοιπόν αγαπητοί μου φίλοι, συνεχίστε το δρόμο σας και ρωτήστε κάποιον άλλο, γιατί εγώ αποκλείεται να καταλάβω τι μου λέτε!"
"Θα καταλάβεις!" φώναξε η τίγρη εξαγριωμένη από την ηλιθιότητα του τσακαλιού. "Θα σε αναγκάσω να καταλάβεις!"
"Κοίτα εδώ. Είμαι η τίγρη."
"Ναι," είπε το τσακάλι.
"Κι αυτός είναι ο Βραχμάνος."
"Ναι," συμφώνησε το τσακάλι.
"Και αυτό είναι το κλουβί."
"Κι εγώ ήμουνα μέσα στο κλουβί. Κατάλαβες;"
"Ναι, όχι. Δηλαδή θα ήθελα να μπορούσα να το δω πιο ξεκάθαρα."
"Είσαι ηλίθιο! Απόλυτα ηλίθιο!" κραύγασε η τίγρη.
"Ναι, ίσως και να είμαι," είπε το τσακάλι. "Αλλά θα ήθελα να ήξερα πως μπήκες στο κλουβί!"
"Πως; Ε, μα με το συνηθισμένο τρόπο, βέβαια, βρε βλάκα!" Λέγοντας αυτό πήδηξε μέσα στο κλουβί και φώναξε: "Μ' αυτό τον τρόπο. Τώρα καταλαβαίνεις;"
"Απόλυτα!" διαβεβαίωσε το τσακάλι. Και τότε, κινούμενο γρήγορα, έκλεισε την πόρτα, φυλακίζοντας μέσα την τίγρη. Ο Βραχμάνος ευχαρίστησε το τσακάλι για τη βοήθεια και συνέχισε το δρόμο του...

Το παραμύθι μιας αγάπης

  Μια φορά κι ένα καιρό, σε μια μεγάλη σκοτεινή σπηλιά, στη κορυφή του πιο ψηλού βράχου, ζούσε μόνο κι έρημο, ένα μικρό κερί. Ένα κερί σβηστό, που μέτραγε τις μέρες της ύπαρξής του.
     «Μα τι κάνω εγώ εδώ μόνο μου» αναρωτιόταν. «Έτσι σβηστό που είμαι, πόσο πολύ κρυώνω! Πόσο πολύ φοβάμαι και πόσο άχρηστο νιώθω. Μια σκοτεινή κουκίδα μέσα σε τούτη τη σπηλιά».
     Κι ο χρόνος περνούσε και το κερί μετρούσε τις μέρες της ανούσιας, σκοτεινής ζωής του..
     Μια μέρα, άνεμος δυνατός φύσηξε έξω από τη σπηλιά και στο πέρασμά του παράσερνε ό,τι μικρό κι αδύναμο υπήρχε. Φτερά από πουλιά που είχαν την φωλιά τους στην βάση του βράχου, ξερά φύλλα και κλαδιά, σπόρους από λουλούδια εξωτικά κι ένα... σπίρτο, ένα τόσο δα μικρό σπίρτο, ψηλόλιγνο και γυαλιστερό, με κόκκινο, αστραφτερό καπέλο, στο μικρό του κεφάλι!
     Με το δεύτερο φούυυυυυυυ του άνεμου, το σπίρτο απογειώθηκε και με δύναμη παρασύρθηκε μέσα στη σκοτεινή σπηλιά.
Έπεσε με δύναμη κάτω στο τραχύ έδαφος και... Ωχ!!! 
   Μα που βρίσκομαι» είπε με τη τσιριχτή φωνή του.
     Στην αρχή δυσκολεύτηκε στο σκοτάδι, αλλά σα σπίρτο που ήταν έστω και σβηστό, σύντομα συνήθισε να βλέπει ακόμα και μέσα στο σκοτάδι.
     Αμάν»! είπε... «Τι είσαι εσύ»;
     -«
Δε με βλέπεις?» είπε το κερί με τη παραπονιάρικη φωνή του..«Είμαι ένα κερί»! 
     Και να που ακόμα και τ' αταίριαστα μπορούνε να ταιριάξουν...      Εκεί μέσα στην ερημιά, την υγρασία και το σκοτάδι της σπηλιάς, το κερί και το σπίρτο ενώσανε τη μοναξιά και το κοινό τους πρόβλημα.      Ήταν και τα δύο σβηστά, έρημα, μόνα και παραμελημένα μέσα σε τούτη τη σκοτεινή, άψυχη σπηλιά.
     Το σπίρτο τέντωνε το λυγερό κορμί του κι ακουμπούσε πάνω στο κερί και το κερί έκανε νάζια και καμώματα. 
     Τώρα οι ελπίδες να φτάσουνε στο όνειρο, όλο και μεγάλωναν.      Το όνειρό τους; Μια μικρή φλόγα.      Mια μικρή φλόγα που θα τα φωτίσει και τα δυό, θα τα ζεστάνει και θα τα αφήσει να κοιταχτούνε στα μάτια.
     -«
Μα θέλω να δω τα μάτια σου», είπε το σπίρτο στο κερί.
     -«Μα θέλω να νιώσω τη ζεστασιά σου», είπε το κερί στο σπίρτο.
     Και τότε τρόμαξαν...      -«Αν ανάψω καλή μου θα καώ»! είπε το σπίρτο,«και καλά να καεί μόνο το κόκκινο σκουφί μου, θα είμαι ένα ακόμα άσχημο, μισοκαμένο σπίρτο... Μα αν καώ εντελώς, τι θα απογίνω; Θα προλάβω τουλάχιστον να δω τα μάτια σου»;
     -«
Κι αν ζεσταθώ» είπε το κερί, «θα λιώσω... Κι αν λιώσω θα γίνω άσχημο και κακοφτιαγμένο! Θα έχω προλάβει να χαρώ τουλάχιστον τη ζέστη σου»;
     Μέρα τη μέρα, το κερί και το σπίρτο, αγαπιόντουσαν όλο και πιο πολύ κι η αγάπη τους δυνάμωνε!      Μέσα στη σκοτεινή σπηλιά, λουλούδια φυτρώσανε, γιατί η αγάπη είναι ένα λουλούδι, που όπου γεννιέται δίνει χρώμα, άρωμα κι ομορφιά.      Κι οι μέρες περνούσαν. Το κερί και το σπίρτο σφιχταγκαλιασμένα, περιμένανε καρτερικά τη συνέχεια του έρωτά τους.      Και ήρθε το καλοκαίρι... Έξω από τη σπηλιά, έφτασε η αφόρητη ζέστη...      Το δάσος γύρω από το βράχο, συχνά γέμιζε από γέλια, τραγούδια, φωνές μικρών και μεγάλων.      Το κερί και το σπίρτο αγκαλιάζονταν τρομαγμένα και περίμεναν, όλο περίμεναν κι αγαπιόντουσαν, κάθε μέρα και πιο πολύ κι ας μην είχε δει τα μάτια του σπίρτου, το κερί κι ας μην είχε νιώσει τη ζεστασιά του κεριού, το σπίρτο!      Ο έρωτάς τους, μια μικρή τραγωδία, σαν όλους τους ανικανοποίητους έρωτες, που γεννιούνται και μένουνε πάντα στ' όνειρο...      Ώσπου μια μέρα, μια παρέα εκδρομείς, -έτσι τους λέγαν όλους αυτούς τους εισβολείς του δάσους-, πήρανε τα γέλια, τα τραγούδια και τις φωνές τους μακριά, αλλ' αφήσανε μια μικρή σπίθα... μια τόση δα μικρή σπίθα φωτιάς, να σιγοκαίει, εκεί κάτω από τα ξερά κλαδιά που είχαν ανάψει για να μαγειρέψουνε.      -«Συμφορά»! Φωνάζανε πουλιά και ζώα που περνάγανε τρομαγμένα τρέχοντας,έξω από τη σπηλιά. «Συμφορά! Φωτιά! Φωτιά... θα καούμε»!
     -«Ακούς»; είπε το σπίρτο στο κεράκι...
     -«Ακούς; Θα καούμε»! είπανε και τα δυο με μια φωνή, γεμάτη έρωτα!
     -«Δε φοβάμαι να καώ απ' αγάπη», είπε το σπίρτο στο κερί...
     -«
Δε φοβάμαι να λιώσω απ' αγάπη», είπε το κερί στο σπίρτο!
     Ένα κερί κι ένα σπίρτο, τρελά από έρωτα τραγουδάγανε τη φλόγα που ερχόταν...
     -«Έλα»! της έλεγαν, «έ
λα! Σε περιμένουμε»!
     -«
Θα μ' αγαπάς αν καώ κι ασχημύνω, χωρίς το κόκκινο σκουφί μου»; Είπε το σπίρτο στο κερί.
     -«
Θα μ' αγαπάς αν λιώσω και χάσω το σχήμα μου»; Είπε το κερί στο σπίρτο.
     Κι η φλόγα ερχόταν όλο και πιό κοντά...      Κι η φλόγα έφτασε στο κατώφλι της σπηλιάς και δίσταζε να μπει μέσα, μη χαλάσει την ομορφιά που διαισθάνθηκε!      -«Έλα»! της φωνάζανε και τα δυο, με μια φωνή!      Κι η φλόγα έστειλε μέσα στη σπηλιά, τη πιο μικρή της κόρη!      Μια σπίθα τόση δα, που μπήκε τσαχπίνικα και ναζιάρικα από την είσοδο της σπηλιάς. Φφφσσσσσσσσσσσττττττττττττττ !      Το σπίρτο, τέντωσε το λυγερό κορμί του, για να καλωσορίσει τη σπίθα.      Το κόκκινο σκουφί του τυλίχτηκε στις φλόγες.
     -«Αγάπη μου» είπε στο κερί, «
καίγομαι για σένα... Αγάπη μου, να δω τα μάτια σου κι ας καώ»!      Το γυαλιστερό κόκκινο σκουφί, ακούμπησε πάνω στο φιτίλι καθώς έσκυψε για να δει καλύτερα.
     -«
Αγάπη μου» είπε το κερί στο σπίρτο, «άσε με να νιώσω τη ζεστασιά σου κι ας λιώσω»!
     Το σπίρτο και το κερί, κάηκαν μαζί...      Μια μάζα ενωμένη στο χρόνο και στο χώρο αιώνια...      Το κερί και το σπίρτο που λιώσαν απ' αγάπη κι έφτασαν στο δικό τους όνειρο...

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Ας περάσουμε από το "εγώ " στο "εμείς"

"...Κανείς δεν πρέπει να θέλει να σωθεί μόνος του, χωρίς να σωθούν και οι άλλοι. Είναι λάθος να προσεύχεται κανείς για τον εαυτό του, για να σωθεί ο ίδιος. Τους άλλους πρέπει ν’ αγαπάμε και να προσευχόμαστε να μη χαθεί κανείς· να μπουν όλοι στην Εκκλησία. Αυτό έχει αξία. Και μ’ αυτή την επιθυμία πρέπει να φεύγει κανείς απ’ τον κόσμο, για να πάει στο μοναστήρι ή στην έρημο. Όταν ξεχωρίζουμε τον εαυτό μας, δεν είμαστε χριστιανοί. Αληθινοί χριστιανοί είμαστε, όταν αισθανόμαστε βαθιά ότι είμαστε μέλη του μυστικού σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, με μια συνεχή σχέση αγάπης. Όταν ζούμε ενωμένοι εν Χριστώ, δηλαδή όταν ζούμε την ενότητα μέσα στην Εκκλησία Του με το αίσθημα του ενός. Αυτό είναι το μεγαλύτερο βάθος, η μεγαλύτερη έννοια που έχει η Εκκλησία. Εκεί βρίσκεται το μυστήριο·  να ενωθούν όλοι σαν ένας άνθρωπος εν Θεώ. Είμαστε ένα ακόμη και με τους ανθρώπους που δεν είναι κοντά στην Εκκλησία. Είναι  μακριά από άγνοια. Η Εκκλησία είναι νέα ζωή εν Χριστώ. Στην Εκκλησία δεν υπάρχει θάνατος, δεν υπάρχει κόλασις. ..."  
                                                                                γέροντας Πορφύριος

Olivier Clement : " Η Θεολογία μετά το θάνατο του Θεού"

Στην προοπτική της θεανθρωπότητας και της σωτηρίας μέσα από την αγάπη, προαισθανόμαστε, όπως οι Έλληνες Πατέρες και οι Ρώσοι θρησκευτικοί φιλόσοφοι, ότι η δημιουργία του ανθρώπου -αυτό το αριστούργημα της θεϊκής παντοδυναμίας - περιέχει κατά παράδοξο τρόπο, μια διακινδύνευση για το Θεό. Η παντοδυναμία του Θεού ολοκληρώνεται ξεπερνώντας την αντίληψή μας για την παντοδυναμία - δηλαδή αυτοπεριοριζόμενη, διατρέχοντας τον έσχατο κίνδυνο, που είναι η εμφάνιση μιας άλλης ελευθερίας. Πρέπει, λοιπόν, να αναφερθούμε στην πράξη της Δημιουργίας, χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα τους όρους της παντοδυναμίας και του περιορισμού της παντοδυναμίας: από μιά άποψη, η δημιουργία του ανθρώπου είναι μια θεληματική "κένωση" του Θεού. Πολλά ρητά των Πατέρων υπογραμμίζουν ότι ο Θεός μπορεί να κάνει τα πάντα, εκτός απο το να αναγκάσει τον άνθρωπο να τον αγαπήσει. Πρέπει, μάλιστα, να το πούμε πιο συγκεκριμμένα: η ελευθερία δεν είναι κάτι που δημιούργησε ο Θεός (πράγμα που θα απομάκρυνε απλώς το πρόβλημα και θα διπλασίαζε τις επιθέσεις των αθέων), είναι η πραγματικότητα κάποιου, που ο Θεός τον αφήνει να υπάρχει, μια πραγματικότητα που εγγίζει την οριακή έννοια του αρχικού μηδενός. Υποθέτει κάτι σαν "συστολή" του Θεού για να υπάρξει ο άλλος. Ο άλλος, δηλαδή η δυνατότητα αγάπης, αλλά και άρνησης και μίσους. Ο άλλος, δηλαδή μια ατέρμονη δυνατότητα να πληγώνεται ο Θεός, μια παραδοχή ανεπίστροφη της νοσταλγίας και της οδύνης. Ο άλλος, δηλαδή ο σταυρός, τα χέρια για πάντα ανοιχτά, το πλευρό παντοτινά τρυπημένο για να αναβλύσει το νερό του Βαπτίσματος και το αίμα της Ευχαριστίας. Ο ζωοποιός Σταυρός - μοναδική απάντηση στις ενστάσεις του αθεϊσμού για την ελευθερία και το κακό.
Ο Θεός δεν είναι ένα πράγμα, μια πέτρα, μια κούρνια πάνω από τον χρόνο. Ο Θεός δεν είναι ούτε ένα Άτομο στον ουρανό, που το βλέμμα του μας απολιθώνει. Το χωρίς όριο πέλαγος της υπερούσιας πληρότητας ενυπάρχει, στον ίδιο τον Θεό, σε μια μυστηριώδη αμοιβαιότητα. Γι' αυτό ο ζωντανός Θεός είναι πιο μεγάλος απο τις αντιλήψεις μας για την δύναμη, τη γνώση ή την αιωνιότητα. Ή πιο μικρός, σαν τον κόκο σινάπεως, στο μέτρο που οι αντιλήψεις αυτές εκφράζουν τον ανεστραμμένο κόσμο της πτώσης. Ο Θεός είναι ελευθερία, που θέλει την ελευθερία και παραχωρεί την ελευθερία. Η πραγματική του υπερβατικότητα, είναι που μπορεί πραγματικά να αγαπάει. Γιατί ο Θεός είναι "ο Φιλάνθρωπος", όπως το επαναλαμβάνει η βυζαντινή λειτουργία. Η πραγματική του πρόγνωση, είναι που γνωρίζει τον άλλον όπως είναι, δηλαδή η αναμονή του απρόοπτου. Η πραγματική του παντοδυναμία, είναι που αφήνει ν' αναπηδάει μια ελευθερία ικανή να τον αρνείται: η δημιουργία βρίσκεται στη σκιά του Σταυρού. Είναι, τελικά, το ότι βγήκε φανερά από την απάθειά του για να κατέβει στον θάνατο και στην κόλαση που δημιούργησε ο άνθρωπος, άφησε να τον δολοφονήσουν για να προσφέρει στους δολοφόνους την ελευθερία. Να την προσφέρει όχι σαν αντικείμενο, αλλά σαν ζωή, μέσα στην αμοιβαιότητα της αγάπης, στον εσωτερικό φωτισμό αυτής της ελευθερίας από το Άγιο Πνεύμα.
OLIVIER CLEMENT, H ΘΕΟΛΟΓΙΑ META TON ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Εκδ. Δωδώνη, Αθήναι 1973, σσ. 47-49. 

Ολόκληρο το βιβλίο εδώ.

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Όταν οι γονείς.....γίνονται παιδιά.....ανήμπορα......!!!

Μια ελληνική ταινία μικρού μήκους που μέσα σε πέντε μόλις λεπτά , αποκαλύπτει... μια ολόκληρη ζωή.
Είναι η ταινία μικρού μήκους του Κωνσταντίνου Πιλάβιου What is that? (παραγωγής 2007)

Πώς πιστεύεις στον Θεό.... αφου δεν τον έχεις δεί...;





- Θα σας αποδείξω: αν υπάρχει Θεός, είναι κακός. Ο Θεός δημιούργησε όλα όσα υπάρχουν. Αν ο Θεός δημιούργησε τα πάντα, δημιούργησε και το κακό, που σημαίνει, ότι ο Θεός είναι το κακό.


- Συγγνώμη, δάσκαλε. Το κρύο υπάρχει;


- Τι είδους ερώτηση είναι αυτή; Και βέβαια υπάρχει. Έχετε κρυώσει ποτέ;


- Στην ουσία, το κρύο δεν υπάρχει. Σύμφωνα με το νόμο της φυσικής, αυτό, που εμείς θεωρούμε ως κρύο, ουσιαστικά είναι απουσία της θερμότητας. Δάσκαλε, υπάρχει το σκοτάδι;


- Και βέβαια υπάρχει.


- Κάνετε λάθος, κύριε. Ούτε το σκοτάδι υπάρχει. Το σκοτάδι στην πραγματικότητα είναι απουσία του φωτός. Εμείς μπορούμε να ερευνήσουμε το φως, όχι το σκοτάδι. Το κακό δεν υπάρχει. Είναι ακριβώς το ίδιο όπως και το σκοτάδι και το κρύο. Ο Θεός δεν δημιούργησε το κακό. Το κακό είναι αποτέλεσμα όταν ο άνθρωπος δεν έχει την αγάπη του Θεού στην καρδιά του.
Τὸ γύρισμα τῆς γλώσσας στὰ ἑλληνικά εἶναι πρωτοβουλία τοῦ www.agiazoni.gr


Αλμπερτ Αϊνστάιν (1879 - 1955)


"A true story..."
Albert Einstein (1879-1955)


Και μια άλλη εκδοχή:

Ένας άθεος καθηγητής της φιλοσοφίας συζητά με έναν φοιτητή του για την σχέση μεταξύ επιστήμης και πίστης στον Θεό.

Καθηγητής: Λοιπόν, πιστεύεις στον Θεό;

Φοιτητής: Βεβαίως, κύριε.

Καθ.: Είναι καλός ο Θεός;

Φοιτ.: Φυσικά.

Καθ.: Είναι ο Θεός παντοδύναμος;

Φοιτ.: Ναι

Καθ.: Ο αδερφός μου πέθανε από καρκίνο παρότι παρακαλούσε τον Θεό να τον γιατρέψει και προσευχόταν σε Αυτόν. Οι περισσότεροι από εμάς θα προσπαθούσαν να βοηθήσουν αυτούς που έχουν την ανάγκη τους. Πού είναι η καλοσύνη του Θεού λοιπόν;

Φοιτ.: ..

Καθ.: Δεν μπορείς να απαντήσεις, έτσι δεν είναι; Ας ξαναρχίσουμε νεαρέ μου. Είναι καλός ο Θεός;

Φοιτ.: Ναι.

Καθ.: Είναι καλός ο διάβολος;

Φοιτ.: Όχι.

Καθ.: Ποιος δημιούργησε τον διάβολο;

Φοιτ.: ο.. .. Θεός..

Καθ.: Σωστά.. Πες μου παιδί μου, υπάρχει κακό σ’ αυτόν τον κόσμο;

Φοιτ.: Ναι.

Καθ.: Το κακό βρίσκεται παντού, έτσι δεν είναι; Και ο Θεός έπλασε τα πάντα, σωστά;

Φοιτ.: Ναι.

Καθ.: Άρα λοιπόν ποιος δημιούργησε το κακό;

Φοιτ.: …

Καθ.: Υπάρχουν αρρώστιες; Ανηθικότητα; Μίσος; Ασχήμια; Όλα αυτά τα τρομερά στοιχεία υπάρχουν σ’ αυτόν τον κόσμο, έτσι δεν είναι;

Φοιτ.: Μάλιστα.

Καθ..: Λοιπόν, ποιος τα δημιούργησε;

Φοιτ.: …

Καθ.: Η επιστήμη λέει ότι χρησιμοποιείς τις 5 αισθήσεις σου για να αναγνωρίζεις το περιβάλλον γύρω σου και να προσαρμόζεσαι σε αυτό. Πες μου παιδί μου, έχεις δει ποτέ τον Θεό;

Φοιτ.: Όχι, κύριε.

Καθ.: Έχεις ποτέ αγγίξει το Θεό; Έχεις ποτέ γευτεί το Θεό, μυρίσει το Θεό; Και τέλος πάντων, έχεις ποτέ αντιληφθεί με κάποια από τις αισθήσεις σου το Θεό;

Φοιτ..: …Όχι, κύριε. Φοβάμαι πως όχι.

Καθ.: Και παρόλα αυτά πιστεύεις ακόμα σε Αυτόν;

Φοιτ.: Ναι.

Καθ.: Σύμφωνα με εμπειρικό, ελεγχόμενο και με δυνατότητα μελέτης των αποτελεσμάτων ενός φαινομένου πρωτόκολλο, η επιστήμη υποστηρίζει ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Τι έχεις να απαντήσεις σε αυτό, παιδί μου;

Φοιτ.: Τίποτα. Εγώ έχω μόνο την πίστη μου.

Καθ.: Ναι, η πίστη. Και αυτό είναι το πρόβλημα της επιστήμης.

Φοιτ: Κύριε καθηγητά, υπάρχει κάτι που το ονομάζουμε θερμότητα;

Καθ.: Ναι.

Φοιτ.: Και υπάρχει κάτι που το ονομάζουμε κρύο;

Καθ.: Ναι.

Φοιτ.: Όχι, κύριε. Δεν υπάρχει. Μπορεί να έχεις μεγάλη θερμότητα, ακόμα περισσότερη θερμότητα, υπερθερμότητα, καύσωνα, λίγη θερμότητα ή καθόλου θερμότητα. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να ονομάζεται κρύο. Μπορεί να χτυπήσουμε 458 βαθμούς υπό το μηδέν, που σημαίνει καθόλου θερμότητα, αλλά δεν μπορούμε να πάμε πιο κάτω από αυτό. Δεν υπάρχει τίποτα που να ονομάζεται «κρύο». «Κρύο» είναι μόνο μια λέξη, που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την απουσία θερμότητας. Δεν μπορούμε να μετρήσουμε το κρύο. Η θερμότητα είναι ενέργεια. Το κρύο δεν είναι το αντίθετο της θερμότητας, κύριε, είναι απλά η απουσία της.

Στην αίθουσα επικρατεί σιγή…

Φοιτ.: Σκεφτείτε το σκοτάδι, καθηγητά. Υπάρχει κάτι που να ονομάζουμε σκοτάδι;

Καθ.: Ναι, τι είναι η νύχτα αν δεν υπάρχει σκοτάδι;

Φοιτ.: Κάνετε και πάλι λάθος, κύριε καθηγητά. Το «σκοτάδι» είναι η απουσία κάποιου άλλου παράγοντα. Μπορεί να έχεις λιγοστό φως, κανονικό φως, λαμπερό φως, εκτυφλωτικό φως.. Αλλά, όταν δεν έχεις φως, δεν έχεις τίποτα και αυτό το ονομάζουμε σκοτάδι, έτσι δεν είναι; Στην πραγματικότητα το σκοτάδι απλά δεν υπάρχει. Αν υπήρχε θα μπορούσες να κάνεις το σκοτάδι σκοτεινότερο.

Καθ.: Που θέλεις να καταλήξεις με όλα αυτά, νεαρέ μου;

Φοιτ.: Κύριε, θέλω να καταλήξω ότι η φιλοσοφική σας σκέψη είναι ελαττωματική…

Καθ..: Ελαττωματική!; Μήπως μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί;

Φοιτ.: Κύριε καθηγητά, σκέφτεστε μέσα στα όρια της δυαδικότητας. Υποστηρίζετε ότι υπάρχει η ζωή και μετά υπάρχει και ο θάνατος, ένας καλός Θεός και ένας κακός Θεός. Βλέπετε την έννοια του Θεού σαν κάτι τελικό, κάτι που μπορεί να μετρηθεί. Κύριε καθηγητά, η επιστήμη δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε κάτι τόσο απλό όπως την σκέψη. Χρησιμοποιεί την ηλεκτρική και μαγνητική ενέργεια, αλλά δεν έχει δει ποτέ, πόσο μάλλον να καταλάβει απόλυτα, αυτήν την ενέργεια. Το να βλέπεις το θάνατο σαν το αντίθετο της ζωής είναι σαν να αγνοείς το γεγονός ότι ο θάνατος δεν μπορεί να υπάρξει αυτόνομος. Ο θάνατος δεν είναι το αντίθετο της ζωής: είναι απλά η απουσία της. Τώρα πείτε μου κάτι, κύριε καθηγητά. Διδάσκετε στους φοιτητές σας ότι εξελίχτηκαν από μια μαϊμού;

Καθ.: Εάν αναφέρεσαι στην φυσική εξελικτική πορεία, τότε ναι, και βέβαια.

Φοιτ.: Έχετε ποτέ παρακολουθήσει με τα μάτια σας την εξέλιξη;

Καθ.: ..

Φοιτ.: Εφόσον κανένας δεν παρακολούθησε ποτέ την διαδικασία εξέλιξης επιτόπου και κανένας δεν μπορεί να αποδείξει ότι αυτή η διαδικασία δεν σταματά ποτέ, τότε διδάσκεται την προσωπική σας άποψη επί του θέματος. Τότε μήπως δεν είστε επιστήμονας, αλλά απλά ένας κήρυκας;

Καθ.: ..

Φοιτ.(προς την τάξη): Υπάρχει κάποιος στην τάξη που να έχει δει τον εγκέφαλο του κ.καθηγητή; Που να έχει ακούσει ή νιώσει ή ακουμπήσει ή μυρίσει τον εγκέφαλο του κ.καθηγητή; Κανένας. Άρα σύμφωνα με τους κανόνες του εμπειρικού, ελεγχόμενου και με δυνατότητα προβολής πρωτόκολλου, η επιστήμη μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν έχετε εγκέφαλο, κύριε. Και αφού είναι έτσι τα πράγματα, τότε, με όλο τον σεβασμό, πώς μπορούμε να εμπιστευτούμε αυτά που διδάσκετε, κύριε;

Καθ.: Μου φαίνεται ότι απλά θα πρέπει να στηριχτείς στην πίστη σου, παιδί μου.

Φοιτ.: Αυτό είναι, κύριε.. Ο σύνδεσμος μεταξύ του ανθρώπου και του Θεού είναι η ΠΙΣΤΗ. Αυτή είναι που κινεί τα πράγματα και τα κρατάει ζωντανά..

Το όνομα του νεαρού φοιτητή ήταν ALBERT EINSTEIN.

Πηγή : ierosagon.org

Στην ζωή βρίσκουμε αυτό στο οποίο επικεντρώνουμε το βλέμμα μας

Ενας Γεράκος καθόταν στο σταθμό ενός τρένου και περνούσε την ώρα του καπνίζοντας και χαζεύοντας τους περαστικούς.
Κάποια μέρα επειδή είχε ευγενικό και προσιτό βλέμμα τον πλησιάζει ένας ταξιδιώτης και τον ρωτά…
Πως είναι οι άνθρωποι στην πόλη σας γιατί είμαι καινούριος εδώ και θα ήθελα να ξέρω την νοοτροπία του τόπου αυτού ?

Ο Γεράκος τον κοίταξε και τον ρωτησε… Πως ήταν οι άνθρωποι απο εκεί που έφυγες ?
Ο Ταξιδιώτης του απαντά… Αφήστε τα. Ήταν ανταγωνιστικοί – σκληροί – άκαρδοι – υλιστές – δεν μπορούσα να εμπιστευτώ κανέναν.
Και εδώ έτσι είναι του απαντά ο Γεράκος
Ο Ταξιδιώτης έφυγε απογοητευμένος.
Ενας άλλος ταξιδιώτης είδε την σκηνή παρόλο που δεν άκουγε την συζήτηση και αισθάνθηκε και αυτός ότι μπορούσε να ρωτήσει τον Ηλικιωμένο αυτό κύριο.
Και αυτόν τον βασάνιζε το ίδιο ερώτημα ….
 Πως είναι οι άνθρωποι στην πόλη σας? και αυτός πήρε την ίδια απάντηση … Πως ήταν οι άνθρωποι απο εκεί που έφυγες ?
Αυτός απάντησε: Αχ μην μου τα θυμίζετε… τι καλούς φίλους άφησα εκεί …. πόσο με αγαπούσαν… όλοι έκλαιγαν όταν αποχαιρετιόμασταν αλλά δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Επρεπε να φύγω για ένα διάστημα.
Μήν ανησυχείς παιδί μου του απαντάει ο Γεράκος… και εδώ ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ….. και εδώ θα σε αγαπήσουν θα σε στηρίξουν και θα κλάψουν με σένα!!!!

Το ηθικό δίδαγμα; Στην ζωή βρίσκουμε αυτό στο οποίο επικεντρώνουμε το βλέμμα μας και ψάχνουμε να βρούμε. Αν ψάχνουμε για ελλατώματα για κακία για αντιπάλους Θα τος βρούμε… Αν ψάχνουμε για αγάπη , για το καλό στους γύρω μας όχι απλά θα το βρούμε αλλά και θα το γευθούμε. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα μας βρούν συμφορές αλλά και στις συμφορές θα έχουμε ζεστά πρόσωπα γύρω μας!!!



Πηγή:http://www.cool-stuff.gr/index.php/page/179?author=0

Συνέντευξη από το Θεό

Είδα ένα όνειρο ότι πήρα συνέντευξη από τον Θεό.
Θες λοιπόν να σου δώσω συνέντευξη; ρώτησε ο Θεός.
Αν σας περισσεύει χρόνος, απάντησα.
Ο Θεός χαμογέλασε: ΄Έχω μια ημέρα και μια αιωνιότητα. Τι ερωτήσεις σκέφτεσαι να μου κάνεις;
Τι είναι αυτό που σας εκπλήσσει περισσότερο στους ανθρώπους;
΄Ότι ζουν σαν να μην πρόκειται να πεθάνουν ποτέ και πεθαίνουν σαν να μην έζησαν καθόλου!
΄Ότι χάνουν την υγεία τους προσπαθώντας να βγάλουν λεφτά και ύστερα χάνουν τα λεφτά για να ξαναβρούν την υγεία τους!
΄Ότι βιάζονται να βγάλουν την παιδικότητά τους, θέλουν να μεγαλώσουν γρήγορα και ύστερα
παρακαλούν να ξαναγίνουν παιδιά!
Ότι με το να αγχώνονται για το μέλλον τους λησμονούν το παρόν τους, κι έτσι δε ζουν ούτε
το μέλλον ούτε το παρόν!
Ο Θεός πήρε το χέρι μου στο δικό του, μείναμε για λίγο σιωπηλοί και μετά ρώτησα.
Ως Πατέρας όλων των ανθρώπων, ποια τα μαθήματα ζωής που θα θέλατε να μάθουν τα παιδιά σας;
Να μάθουν ότι δεν μπορούν να αναγκάσουν τους άλλους να τους αγαπήσουν!! Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι να γίνουν άξιοι να αγαπηθούν.
Να μάθουν ότι δεν μετράνε περισσότερο τα πράγματα, αλλά οι άνθρωποι που έχουμε στη ζωή μας! Να μάθουν ότι δεν ωφελεί να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με τους άλλους.
Να μάθουν ότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα περισσότερα, αλλά αυτός που χρειάζεται τα λιγότερα!
Να μάθουν ότι μέσα σε ελάχιστες στιγμές μπορείς να ανοίξεις στον άλλον πληγές που χρειάζονται χρόνια πολλά να τις γιατρέψεις!
Να μάθουν τη συγχώρεση συγχωρώντας.
Να μάθουν πως υπάρχουν άνθρωποι που τους αγαπούν πραγματικά, που όμως δεν ξέρουν πώς να δείξουν ή να εκφράσουν τα αισθήματά τους!
Να μάθουν ότι τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν τα πάντα εκτός από την ΕΥΤΥΧΙΑ!
Να μάθουν ότι δύο άνθρωποι μπορεί να κοιτούν το ίδιο πράγμα και να βλέπουν δύο διαφορετικά πράγματα!
Να μάθουν ότι δεν φτάνει πάντα να σε συγχωρούν οι άλλοι, πρέπει να μπορείς να συγχωρείς κι ο ίδιος τον εαυτό σου!. Και να μάθουν ότι για τα παιδιά μου θα

είμαι πάντα ΕΔΩ!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...