Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Στο τέλος της ανθρώπινης ζωής – Η ευθανασία

Ο θάνατος ως άρση και αναίρεση της ζωής καταργεί την αναφορά και τη διαφορά, όταν όλα νεκρώνουν, τότε παγώνουν και παγιώνονται, μένουν αμέτοχα και άσχετα, ομοιόμορφα και άμορφα, ταυτόσημα και εξομοιωμένα ισοπεδωτικά. Γιατί αν η ποικιλία και η ενότητα χαρακτηρίζουν τη ζωή, η ομοιομορφία, η ισοπέδωση και ο χωρισμός ταιριάζουν αποκλειστικά στο θάνατο. Τελικά θάνατος είναι η σχάση, δηλαδή η μη σχέση, η διακοπή και αναίρεση της σχέσεως. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία για τη θεολογία είναι η σχετικότητα της ζωής, δηλαδή η αναφορικότητα, που βρίσκεται στον αντίποδα της ατομικότητας.

Η αναφορικότητα νοείται ως σύνολο πλήρες σχέσεων, ως πλέγμα αμοιβαίων αλληλεξαρτήσεων και ως ιστός απειράριθμων μορφών ζωής γεμάτων από ποικιλίες. Αντίθετα η ατομικότητα ενέχει τη διαίρεση και οδηγεί στο θάνατο, τον κατεξοχήν χωρισμό με την τέλεια απομόνωση του άνθρωπου. Έτσι ατομικότητα και αναφορικότητα παραμένουν οι δύο πόλοι του βασικού διλήμματος που τίθεται ενώπιον του ανθρώπου, για να ζήσει τη ζωή του. Η θεολογία και παράδοση της Εκκλησίας συνιστούν και προβάλλουν τη σχέση αντί για τη σχάση, τη ζωή αντί για το θάνατο. Γι’ αυτό και η στάση αυτή απαγορεύει κάθε ατομική παρέμβαση στο φαινόμενο της ζωής, που επιφέρει τη διακοπή του.

Η θεολογική τοποθέτηση στο ζήτημα της ευθανασίας είναι γνωστή αλλά ταυτόχρονα και άγνωστη. Είναι πασίγνωστη η αρνητική στάση ολόκληρης της εκκλησιαστικής παραδόσεως απέναντι στην ευθανασία, παραμένει όμως άγνωστο σε πολλούς το θεολογικό υπόβαθρο και η λογική που διέπει την άρνηση αυτή. Εδώ αξίζει εντελώς παρεκβατικά να σημειωθεί ότι η ευθανασία ανήκει στην ίδια κατηγορία περιπτώσεων που υπάρχει παραβίαση της ανθρώπινης ζωής, όπως είναι π.χ. η αυτοκτονία και η έκτρωση, που κρίνονται με τον ίδιο σκεπτικισμό και αντιμετωπίζονται με την ίδια επιφυλακτικότητα. Με την αυτοκτονία σημειώνεται παρέμβαση του ανθρώπου προς το τέλος της ανθρώπινης πορείας, ενώ με την έκτρωση κατά την αρχή του φαινομένου της ζωής.

Όμως είτε στην αρχή είτε στο τέλος της ζωής σημειώνεται ανθρώπινη παρέμβαση σε κάτι που προϋπάρχει από το συγκεκριμένο άτομο και θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά από αυτό, δηλαδή στο γεγονός της ζωής, αποτελεί παραβίαση των όρων της φύσεως και παρεκτροπή στο παρά φύση. Κι ακόμη, η ζωή κάθε όντος είναι δημιούργημα κάποιου άλλου Όντος, του όντως Όντος, του Θεού, που αποκαλύπτεται ως οντότητα προσωπική και είναι η ανεπανάληπτη πρωταρχική πηγή της ζωής, η «Αυτοζωή», ο «ποιητής ουρανού και γης ορατών τε πάντων και αοράτων». Κάθε ανθρώπινη παρέμβαση στη ροή της ζωής που δρα ανασταλτικά είτε στην αρχή είτε στο τέλος της επομένως εδώ εμπίπτει και η ευθανασία συνιστά αναστολή του έργου του Θεού.

Ή ευθανασία ως όρος, έννοια, αλλά και στάση ζωής δεν είναι κάτι καινούργιο. Ως λέξη που προέρχεται από το «ευ θνήσκειν» απαντάται στην αρχαία ελληνική γραμματεία περισσότερο με την έννοια του ένδο-ξου, του ωραίου, του ήσυχου και του φυσικού θανάτου. Η περίπτωση του Διαγόρα, που πέθανε μέσα στις επευφημίες του πλήθους για τους τρεις ολυμπιονίκες γιούς του, αποτελεί κλασσικό παράδειγμα φυσικής ευθανασίας, δηλαδή ένδοξου, γαλήνιου και ευτυχισμένου θανάτου, που προβάλλεται σε κείμενα της περιόδου αυτής, ενώ με την ίδια έννοια οι λέξεις ευθανατώ, ευθάνατος και ευθανασία βρίσκονται σε έργα του Ποσειδίππου, του Φίλωνα, του Κικέρωνα, του Στοβαίου, του Πολυβίου, του Ιωσήπου και του Μενάνδρου. Παρότι η ίδια η σημασία του όρου είναι προβληματική, αφού η έννοια του θανάτου κατεξοχήν δυσάρεστου γεγονότος δεν μπορεί εύκολα να συνδυασθεί με ευχαρίστηση και να θεωρηθεί σαν κάτι καλό, η ευθανασία αυτού του τύπου κινούνταν στα όρια της φυσικής ισορροπίας της ανθρώπινης ζωής, γιατί δεν προσδιόριζε την εσκεμμένη εφαρμογή κάποιας τεχνητής μεθόδου για την επιτάχυνση ή την ακαριαία πρόκληση των βιολογικών διαδικασιών του θανάτου.



Ωστόσο δεν μπορεί να ισχυριστεί κάνεις ότι απουσίαζε τότε ως φιλοσοφία αλλά και πράξη- η ευθανασία, αφού με ηθελημένες ενέργειες καταβαλλόταν προσπάθεια να τεθεί τέλος στη ζωή ανθρώπων, προκειμένου να απαλλαγούν από ανίατες αρρώστιες και δυσβάστακτους σωματικούς πόνους. Ο οίκτος και η συμπάθεια προς ανιάτως πάσχοντες συνανθρώπους αλλά και η επιθυμία για συγκρότηση κοινωνιών, που να χαρακτηρίζονται από την υγεία και την ευεξία των μελών τους, είχαν προβληματίσει ανέκαθεν προς την κατεύθυνση αυτή. Κείμενα της αρχαίας ελληνικής περιόδου μαρτυρούν ότι η ευθανασία υπήρχε ως δημοφιλής λογική και «αντίδοτο» στα γηρατειά και το σωματικό πόνο. Άλλωστε και ο όρκος του Ιπποκράτη, παρότι δεν αναφέρει ονομαστικά τη λέξη και δεν περιλαμβάνει μόνο την πρακτική της ευθανασίας, περιέχει σαφή υπόμνηση στους γιατρούς, που απαγορεύει τη χορήγηση οποιουδήποτε θανατηφόρου φαρμάκου σε ασθενή, έστω και μετά από παράκλησή του: «Ου δώσω δε ουδέ φάρμακον ουδενί αιτηθείς θανάσιμον, ουδέ υφηγήσομαι ξυμβουλίην τοιήνδε»

Εξάλλου είναι γνωστό ότι στη Σπάρτη υπήρχε σε εφαρμογή νόμος που υπαγόρευε ένα είδος κοινοτικής ή ευγονικής ευθανασίας και εκφραζόταν με τον Καιάδα. Οι Στωϊκοί φιλόσοφοί τη θεωρούσαν σαν λύση στον πόνο και τις ανίατες αρρώστιες, ενώ οι Ρωμαίοι την πρόβαλαν σαν διέξοδο από την προβληματική και ασθενική ζωή αλλά και σαν «προληπτική μέριμνα» για κάθε απρόσμενο ενδεχόμενο. Στους Ρωμαίους άλλωστε απαντάται και η πρώτη ιστορικά βεβαιωμένη πράξη κοινής όχι ευγονικής- ευθανασίας, όταν το 68 μ.Χ. ο αποφασισμένος να αυτοκτονήσει φιλόσοφος Σενέκας έκοψε αρχικά μόνος του τις φλέβες του σώματός του, αλλά βλέποντας να καθυστερεί το τέλος του παρακάλεσε επίμονα το γιατρό του Στάτιο Ανναίο να τον βοηθήσει, και εκείνος παρά την έντονη διαπάλη του με τον όρκο του Ιπποκράτη κάμφθηκε από τις επίμονες παρακλήσεις του φίλου του και του χορήγησε το δηλητήριο. Οι αντιλήψεις αυτές αναβίωσαν πολλούς αιώνες αργότερα με το φιλοσοφικό κίνημα του σκεπτικισμού, που είχε ως κυριότερους εισηγητές και αντιπροσώπους τον Μοντέν και τον Σοπενχάουερ, ενώ ανάμεσα στους υποστηρικτές και θιασώτες της ευθανασίας συγκαταλέγονται οι φιλόσοφοι Χέγκελ και Μέτερλιγκ, καθώς επίσης και ο Φρόϋντ, στον οποίο μάλιστα και εφαρμόσθηκε αυτή από κάποιον στενό φίλο και συνάδελφό του.

Ακόμη εδώ πρέπει να επισημανθεί ένα κλασσικό παράδειγμα γλωσσικού αντιδανείου. Την ελληνική λέξη ευθανασία, που σήμαινε τον ήρεμο, γλυκύ και ευχάριστο θάνατο, δανείστηκε αυτούσια η αγγλική γλώσσα μεταλλάσσοντας όμως και τη σημασία της. Έτσι η αγγλική εκδοχή της «euthanasia» με κύριο νοηματικό μεταλλάκτη τον φιλόσοφο Βacon έχει τη σημασία της επισπεύσεως του θανάτου, προκειμένου να αναβαθμισθεί η ποιότητα ζωής στο τελευταίο στάδιο του ασθενούς και να μετριασθεί ο σωματικός πόνος, ή να τεθεί τέλος σε μία επώδυνη και γεμάτη ταλαιπωρίες ζωή. Όμως σταδιακά, από τον 19ο και κυρίως από τον 20° αιώνα, η ευθανασία δεν σημαίνει απλώς την ποιότητα των τελευταίων ωρών αλλά τη συγκεκριμένη ενέργεια, με την οποία τερματίζεται αποφασιστικά η ζωή του πάσχοντα. Έκτοτε το ζήτημα της ευθανασίας επανέρχεται αλληλοδιαδόχως μέσα από το δίπολο αυτό, δηλαδή της ανακουφίσεως των πόνων και της επιτεύξεως του «ήρεμου τέλους» αφενός, και της προκλήσεως του ίδιου του θανάτου αφετέρου, προκαλώντας παντελή σύγχυση .

Με βάση τους σύγχρονους ιατρικούς ορισμούς και τη σχετική ορολογία η ευθανασία διακρίνεται σε ενεργητική ευθανασία, που προϋποθέτει τη χορήγηση κυρίως φαρμάκου ή τη χρησιμοποίηση άλλου μέσου με σκοπό το θάνατο του ασθενούς, και την παθητική ευθανασία, που σημαίνει τη διακοπή της θεραπευτικής αγωγής ή την μη παροχή κάποιων μηχανημά¬των, που θεωρούνται απαραίτητα για τη διατήρηση του πάσχοντα στη ζωή. Μία τρίτη μορφή είναι η έμμεση ευθανασία, κατά την οποία χορηγούνται φάρμακα για ανακούφιση του πόνου αλλά με αποτέλεσμα την επίσπευση του τέλους του ασθενούς, ενώ ως τέταρτη θεωρείται η υποβοηθούμενη αυτοκτονία, όπου κάποιος προμηθεύει θανατικό φάρμακο σε ασθενή, γνωρίζοντας ότι εκείνος θα το χρησιμοποιήσει για να αυτοκτονήσει. Τέλος μια πέμπτη μορφή είναι η λεγόμενη κοινωνική ή ευγονική ευθανασία, κατά την οποία αφαιρείται η ζωή διανοητικά καθυστερημένων, ανιάτων ή σωματικά αναπήρων ανθρώπων προκειμένου να διαφυλαχθεί η κοινωνία από «μη χρήσιμα κοινωνικώς» άτομα. Στην κατηγορία αυτή, που έχει ιστορικά στιγματισθεί από τις μαζικές θανατώσεις του Καιάδα και του Dahau, συγκαταλέγονται και οι περιπτώσεις της για τους ίδιους λόγους διακοπής της ζωής σε νεογνό ή και έμβρυα με τις λεγόμενες εκλεκτικές εκτρώσεις, όταν διαπιστώσεις και αποτελέσματα του προγεννητικού ή σήμερα- του προεμφυτευτικού ελέγχου πληροφορούν για πιθανότητες νοσημάτων .

Ακόμη πρέπει να διευκρινιστεί ότι σε όλες τις μορφές της η ευθανασία χαρακτηρίζεται ως , όταν γίνεται μετά από επίμονη παράκληση του ασθενούς, ή ακούσια, όταν ενεργείται έπειτα από απόφαση του γιατρού ή των συγγενών και πάντως χωρίς την έγκριση ή και ενάντια με τη θέληση του ιδίου. Η πρώτη περίπτωση δεν διαφέρει πολύ από την αυτοκτονία, ενώ η δεύτερη έχει όλα τα στοιχεία που συνιστούν φόνο. Εξάλλου είναι φυσικό η παθητική ευθανασία να διαφοροποιείται από την ενεργητική, όπως άλλωστε υπάρχει βασική διαφορά μεταξύ του αφήνω κάποιον να πεθάνει και του θανατώνω. Στην πρώτη περίπτωση δεχόμαστε απλώς τα όρια της ανθρώπινης υπάρξεως και της σύγχρονης βιοτεχνολογίας και επιτρέπουμε στην ανίατη νόσο να ακολουθήσει την πορεία της ως το τέλος, ενώ με την πράξη της θανατώσεως, συμπεριλαμβανομένης βέβαια και της ευθανασίας «από οίκτο» ή για λόγους ευγονικής, γίνεται σφετερισμός της δυνάμεως και της εξουσίας του Θεού, στον Οποίο ανήκει αποκλειστικά η ζωή.

Βέβαια αν σχετικά με το θέμα αυτό υπάρχει κάτι που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα, αυτό είναι το πέρασμά του από το θεωρητικό και φιλοσοφικό πλαίσιο στις απειλητικές διαστάσεις του κοινωνικού και θεσμικού κινδύνου. Γιατί δεν μπορεί να περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι τα τελευταία αυτά χρόνια συζητείται ευρύτατα και νομοθετείται σταδιακά η εφαρμογή τεχνητής ευθανασίας, δηλαδή ο εκούσιος τερματισμός της ζωής κάποιου πάσχοντα από τρίτους, με την προβολή μάλιστα πολλές φορές «ανθρωπιστικών» ή και «θρησκευτικών» επιχειρημάτων. Περίπου στην τελευταία εικοσιπενταετία η κίνηση για την ευθανασία υπήρξε δυναμική, με έντονη την απαίτηση νομιμοποιήσεώς της. Ωστόσο σε συνάρτηση με το θέμα της νομιμοποιήσεως της ευθανασίας και ως στοιχεία συνευδοκούντα προς αυτήν πρέπει να θεωρηθούν η αποδοχή και νομιμοποίηση των αμβλώσεων, η ιδέα της αυτονομίας του ατόμου και του δικαιώματός του για αυτοδιάθεση, καθώς επίσης και η τεράστια πρόοδος της ιατρικής τεχνολογίας, που έδωσε τη δυνατότητα υποστηρίξεως της ζωής με μηχανικά μέσα και παρατάσεως της διαδικασίας του θανάτου.

Ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης η Ολλανδία φαίνεται να κατέχει την «πρωτοπορία» στη νομιμο¬ποίηση της ευθανασίας. Από στατιστικές προκύπτει ότι στη χώρα αυτή κατά μέσο όρο ένας γιατρός προ¬βαίνει έξι φορές την ημέρα σε ενεργητική ευθανασία, άλλες είκοσι φορές την ημέρα διακόπτεται η θεραπευτική αγωγή μη έχοντος ελπίδα να επιζήσει αρρώστου, ενώ αρκετές χιλιάδες Ολλανδοί έχουν υπογράψει «διαθήκη εν ζωή» (living will) ή έχουν καταθέσει «εκ των προτέρων κατευθύνσεις» (advanced dirctives), δηλαδή έγγραφα προδιατυπωμένης εκφράσεως επιθυμίας που έχουν νομική ισχύ και με τα οποία ένα υγιές άτομο εκφράζει προκαταβολικά την προσωπική βοληση όσον αφορά τον τρόπο αντιμετωπίσεώς του σε περίπτωση κώματος ή ανίατης αρρώστιας, η οποία συνοδεύεται συνήθως με απώλεια της ικανότητας για λήψη αποφάσεων.

Όπως καταθέτει η ιατρική εμπειρία, το περίεργο ή αξιοσημείωτο σε όλο τον προβληματισμό για την ευθανασία είναι ότι το θέμα ανακινούν και προβάλ¬λουν κυρίως οι συγγενείς του πάσχοντα και όχι ο ίδιος ο ασθενής. Κι αυτό, γιατί τις περισσότερες φορές εκεί¬νος που υποφέρει από ανίατη αρρώστια, και πιέζεται από αφόρητους πόνους μπορεί προς στιγμήν να ζητά το τέλος του, όμως μόλις το άλγος ελαττωθεί ή εξαλειφθεί, ξαναβλέπει προς τη ζωή και οι παρακλήσεις του στρέφονται τώρα στη διατήρησή της και όχι στο τέλος της. Εξάλλου οι φορτικές πιέσεις των -μακρινών πολλές φορές συγγενών δημιουργούν πολλά ερωτηματικά και υποψίες, όταν μάλιστα μαζί με αυτές συνυπάρχουν οικονομικά συμφέροντα και κληρονομικά ενδιαφέροντα. Όμως σε κάθε περίπτωση ο για¬τρός θα πρέπει όχι μόνο να εξαντλεί επιστημονικά όλη του την προσπάθεια στην ανακούφιση του πόνου, αλλά και να στέκεται δίπλα στον άρρωστο προσφέροντας πάντοτε ελπίδα ζωής και όχι να εμφανίζεται ως δήμιος και εκτελεστής του θανάτου. Γιατί αναντίρρητα ο γιατρός είναι εκείνος που ζυγιάζεται και μετράει καθημερινά τις μεγάλες στιγμές του περάσματος από τη ζωή στο θάνατο, χωρίς καμιά εξουσία στη λύση αυτής της γραμμής, γνωρίζοντας ότι τα βαθύερα νήματα που ενώνουν τις αντίπερα όχθες βρίσκονται στα χέρια Άλλου, Εκείνου που τα έδωσε.

Ωστόσο το πρόβλημα δημιουργείται όταν η θέληση του ασθενούς είναι αντίθετη με εκείνη του γιατρού και κυρίως όταν ο ασθενής επιθυμεί την εφαρμογή της υψηλής τεχνολογίας και την εισαγωγή του σε μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ), ενώ ο γιατρός του αντιτίθεται, επειδή την θεωρεί μάταιη. Αυτό συμβαίνει γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις οι advanced directives περιέχουν γενικότητες και δεν μπορούν βέβαια να καλύψουν όλες τις πιθανές περι¬πτώσεις. Εξάλλου μια πάθηση που θεωρείται ανίατη κατά το χρόνο υπογραφής ενός τέτοιου εγγράφου, μπορεί να είναι αντιμετωπίσιμη κατά το χρόνο υλοποιήσεώς του. Πέρα από το ότι οι άνθρωποι αλλάζουν συχνά γνώμη, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους, αλλιώς σκέπτεται ένας υγιής όταν συ-ντάσσει ένα τέτοιο κείμενο και αλλιώς όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με το θάνατο.

Εξάλλου, είναι επίσης γεγονός ότι η αρχική σκέψη που οδήγησε στη θέσπιση τέτοιων εγγράφων ήταν η διαφύλαξη των ανθρώπων από την αγριότητα της σύγχρονης τεχνολογίας και από την επιθυμία «ζηλωτών» γιατρών για άκριτη και χωρίς ουσιαστικό λόγο εφαρμογή της σε κάθε περίσταση. Και δυστυχώς η ύπαρξή της έφθασε να μεταφράζεται από πολλούς γιατρούς ως ένδειξη μειωμένης φροντίδας για τον άρρωστο. Συχνά παραθεωρείται ή και αγνοείται πλήρως από τους γιατρούς η τωρινή θέληση του αρρώστου, γι’ αυτό και προχωρούν σε μονομερή λήψη αποφάσεως, που είναι συνήθως αρνητική για τη ζωή του. Έτσι, από έρευνα που διενεργήθηκε σε ολλανδικά νοσοκομεία διαπιστώθηκε ότι στο 61% των ενδονοσοκομειακών θανάτων είχε προηγηθεί μία εντολή μη ανανήψεως (Do not Resuscitate ή DNR εντολή), που στο 80% των περιπτώσεων αυτών δεν είχε συζητηθεί με τον άρρωστο αλλά ήταν αποκλειστική απόφαση του γιατρού .

Βέβαια κάνεις δεν αμφισβητεί την ανάγκη της νομικής οριοθετήσεως της ευθανασίας. Όμως είναι ανάγκη να διακρίνεται το αίτημα από τα ενδεχόμενα αυθαιρεσίας, δηλαδή σκόπιμης εκμεταλλεύσεως και καταδολιεύσεώς του. Άλλωστε και ο σκοπός της υπάρξεως του κάθε νομοθέτη και της ανάγκης του οποιουδήποτε νόμου είναι να ξεχωρίζει τη χρήση από την παράχρηση και να αποτρέπει κινδύνους παραβία¬σεως και παραποιήσεως της ελευθερίας του ανθρώ-που. Γιατί η μέχρι τώρα πείρα βεβαιώνει ότι, ενώ σε τέτοιου είδους νομοθετήματα προτάσσονται κοινωνικές αξίες, ηθικές αρχές και ατομικά δικαιώματα, στο τέλος είναι δυνατόν να διαπλέκονται πολλά και δυσ-διάκριτα συμφέροντα, που υπονομεύουν καίρια και τις αξίες, και τις αρχές, και τα δικαιώματα των ανθρώ¬πων, τα οποία υποτίθεται ότι θέλουν να προασπίσουν. Άλλωστε υπάρχουν σημαντικότατες παράμετροι του θέματος, όπως είναι η έλλειψη νοήματος ζωής και η αδυναμία αξιολογήσεως του πόνου και του θανάτου, που αυτές ουσιαστικά οδηγούν κάποιους ανθρώπους στην απελπισία και τη σκέψη να τελειώσουν τη ζωή τους με ευθανασία, τις οποίες όμως κανένα νομοθέτημα δεν μπορεί να εκφράσει και να αντιμετωπίσει.

Γι’ αυτό σε τελευταία ανάλυση ένας νόμος που θα στόχευε στη νομιμοποίηση της ευθανασίας μπορεί να έχει τέλεια αρνητικές συνέπειες και ολέθριες επιπτώ¬σεις τόσο στην ιατρική πρακτική όσο και στην ευρύ-τερη κοινωνική ζωή. Όπως έχει υποστηριχθεί, «πέρα από την αμαρτία και τις συνειδησιακές τύψεις αυτού που επιτελεί την ευθανασία, δεν θα πρέπει να αγνοηθούν και τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα των α-σφαλιστικών εταιρειών -μια που το κρεββάτι του ετοιμοθάνατου στοιχίζει περισσότερα απ’ το κανονικό- η επίσπευση θανάτων με απώτερο στόχο την κληρονομιά». Ακόμη εκφράζονται φόβοι για ενδεχόμενο εμπορίας οργάνων του σώματος και καθιερώσεως μι¬ας ναζιστικής αντιμετωπίσεως της ζωής και του ανθρώπου, αφού οι άρρωστοι και οι ανάπηροι θα μπορούν νόμιμα και εύκολα να ρίχνονται στον Καιάδα του ευθανάτου.

Αν το αίτημα της ευθανασίας γενικά συνάδει πε¬ρισσότερο με τα «ιδανικά» της καλοπέρασης, του κα¬ταναλωτισμού και της ευζωΐας και συνδέεται με το δυτικό τρόπο ζωής, ο τύπος της κοινωνικής και ευγο¬νικής ευθανασίας ήταν γνωστός περιπτωτικά στο πα¬ρελθόν, αλλά συνεχίζει δυστυχώς να υφίσταται και σήμερα. Δυστυχώς η διολίσθηση σε ένα ιδιότυπο ηθικισμό, που υπαγορεύεται από δαιμονικό προσδιορισμό και επιβολή του «καλού», επιβάλλει η πιθανότητα προγεννητικού εντοπισμού όσων «πρόκειται» να εξε¬λιχθούν σε εγκληματίες να γίνεται δεκτή με τους ίδι¬ους στεναγμούς ανακουφίσεως με τους οποίους καλωσορίζεται η πιθανότητα προγεννητικής καταπολεμήσεως μιας ασθένειας με την έκτρωση.

Η πλάνη της ευγονικής υγείας και των κοινωνικά χρήσιμων ανθρώπων φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις να κερδίζει έδαφος. Αν σήμερα η έκτρωση είναι για τις δυτικές κυρίως κοινωνίες το πιο δύσκολο και διχαστικό πρόβλημα, αδιαμφισβήτητα έχει να κάνει με την πλάνη αυτή, που το σκεπάζει μάλιστα με ένα πέπλο ένοχης σιωπής Ενώ βασανίζονται από το πρόβλημα αυτό, δεν ομολογούν τη βαρύτητά του ούτε είναι διατεθειμένες οι κοινωνίες αυτές να αντιμετωπίσουν σοβαρά την αλυσίδα των τεράστιων υπαρξιακών, ψυχολογικών και κοινωνικών προβλημάτων που προέρχονται από αυτή την τραγωδία, η οποία συνίσταται στην προμελετημένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη εξόντωση εκατομμυρίων αγέννητων παιδιών κάθε χρόνο .

Θα αποτελούσε ίσως έκπληξη και θα ακουγόταν παράξενα το γεγονός ότι η εκκλησιαστική εμπειρία και παράδοση συνευδοκεί με το αίτημα της ευθανασίας, η οποία βέβαια ως καλός, ήρεμος και εύκολος θάνατος όχι μόνον δεν απορρίπτεται από τη χριστιανική πίστη και την Εκκλησία, αλλά αποτελεί αντικείμενο επισταμένης προσευχής στη λειτουργική πράξη και ζωή της. Το τακτικά επαναλαμβανόμενο στη θεία

Λειτουργία και σε πολλές άλλες εκκλησιαστικές ακολουθίες αίτημα για να είναι «χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά», αλλά και η σύνδεση του οριακού τέλους με τον εύκολο και ειρηνικό θάνατο επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή. Ωστόσο, αυτό δεν συνηγορεί στη νομιμοποίηση της ευθανασίας, με την τρέχουσα έννοια του όρου, ούτε παρέχει «χριστιανική» κατοχύρωση και «ηθική» θεμελίωση στους υποστηρικτές της. Είναι τελείως διαφορετικό πράγμα να χαρίζει ανώδυνο τέλος στη ζωή ο Χριστός «ού εν τη χειρί η ζωή ημών» και ο Οποίος είναι «ζωής ο κυριεύων και του θανάτου», από το να αφαιρει τη ζωή άνθρωπος, για να απαλλάξει ή να απαλλαγεί από τους πόνους του τέλους. Άλλωστε η αίτηση της Εκκλησίας, που μνημονεύσαμε, δεν κάνει λόγο μόνο για «ανώδυνα τέλη», αλλά και για «χριστιανά, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά».Όμως είναι προφανές ότι και μόνη η ταραχή του διλήμματος της ευθανασίας αρκεί να διασαλεύσει και να ανατρέψει τη χριστιανικότητα, την ειρήνη και την ανεπαισχυντία του τέλους.

Μόνο ο Θεός ως δωρεοδότης της ζωής μπορεί και δικαιούται να αποφασίζει για το τέλος κάθε άνθρωπου αν θα είναι επώδυνο ή όχι και, ακόμη περισσότερο, για το πότε θα έρθει αυτό. Εξάλλου η Εκκλησία εκτός από τον οσιακό και ανώδυνο τιμά και τον μαρτυρικό και επώδυνο θάνατο, και μάλιστα όχι μόνο όταν γίνεται για την ομολογία του Χριστού, αλλά και όταν οφείλεται σε αρρώστιες και άλλες οδυνηρές δοκιμασίες, που ο άνθρωπος αγωνίζεται και υπομένει με την ελπίδα στον Θεό. Για την Εκκλησία ο καλός θάνατος δεν έγκειται στην απουσία ή την αποφυγή του πόνου, αλλά στην υπέρβαση και τη μεταμόρφωσή του με την πίστη στον Χριστό. Γιατί ο πόνος συνδέεται με το νό¬μο του θανάτου και έχει καθαρτική αξία. Αναιρείται με τον πόνο η παρά φύση ηδονή και φανερώνεται το μέγεθος και η χάρη της θείας ηδονής.

Όμως, ενώ η προσπάθεια καταπολεμήσεως του πόνου με την ηδονή των αισθήσεων οδηγεί σε αδιέξοδο, η γενναία και καρτερική αντιμετώπισή του λυτρώνει τον άνθρωπο. Όπως υπογραμμίζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «ει πάντες πονήσαι δει, διά την εμφυρείσαν τη φύσει διά του προπάτορος ηδονήν, γενναίως τους προσκαίρους καρτερήσωμεν πόνους, της τε ηδονής το κέντρον ημίν αμβλύνοντας, και των διά αυτής ημάς αιωνίων ελευθερούντας κολάσεων».Ο πόνος αποτελεί φυσική συνέπεια της παρά φύσιν ηδονής της πτώσεως, που συνύφανε τη σάρκα του ανθρώπου με το νόμο της αμαρτίας, δηλαδή της ηδονής που συνοδεύεται πάντοτε από την οδύνη και συνδέεται με το θάνατο προσδιορίζοντας εξαρχής τη γένεση κάθε ανθρώπου. Αυτή ερμηνεύει το γιατί όλοι οι άνθρωποι τυραννούμαστε από την άδικη ηδονή και καλούμαστε να αποδίδουμε «φυσικώς ως χρέος τους πόνους υπομένοντας τον επ’ αυτοίς θάνατον». Την απελευθέρωση από το αδιέξοδο αυτό προσφέρει με την ενανθρώπησή του ο Υιός και Λόγος του Θεού, που χωρίς να έχει «προηγουμένην αυτού» την ηδονή από την παρακοή, αναλαμβάνει με το παθητό αλλά αναμάρτητο σώμα Του την οδύνη και αναιρεί με το άδικο πάθος Του το νόμο της αμαρτίας προσφέροντας έτσι στον άνθρωπο «άλλην αρχήν», που οδηγεί «διά πόνου προς ηδονήν μελλούσης ζωής».

Εξάλλου στη σκέψη των Πατέρων και στην εκκλησιαστική μας παράδοση ο χαρακτηρισμός ενός θανάτου ως καλού ή κακού δεν περιορίζεται και δεν στηρίζεται στα εξωτερικά στοιχεία της μορφής του, αλλά κυρίως προσδιορίζεται από την εσωτερική κατάσταση με την οποία τον αντιμετωπίζει ο άνθρωπος. Προκαλούν ιδιαίτερο προβληματισμό τα ερωτήματα που απευθύνει σε ομιλία του ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και έχουν άμεση σχέση με το θέμα αυτό. Λέει χαρακτηριστικά ο ιερός Πατέρας: «Ουκούν ο Ιωάννης κακώς απέθανεν; απετμήθη γαρ· ουκούν ο Στέφανος κακώς απέθανεν; κατελεύσθη γαρ· και μάρτυρες οι δε πάντες αθλίως το καθ’ υμάς ετελεύτησαν· επειδή οι μεν εν πυρί, οι δε σιδήρω τον βίον κατέλυσαν· και οι μεν εις πέλαγος, οι δε εις κρημνόν, οι δε εις οδόντας εμπεσόντες θηρίων, ούτως απέθανον. Ου τούτο εστι το κακώς αποθανείν, άνθρωπε, το βιαίω τελευτήσαι θανάτω, αλλά το εν αμαρτίαις αποθανείν».

Δεν είναι λίγες οι φωνές στο χώρο της ιατρικής επιστήμης που εκφράζουν την ανησυχία τους σχετικά με το θέμα της ευθανασίας για όσα λαμβάνουν χώρα σε πολλά νοσηλευτικά ιδρύματα και ιδιαίτερα στις μονάδες εντατικής θεραπείας, ή -πολύ περισσότερο- για όσα πρόκειται να συμβούν σε περίπτωση που νομιμοποιηθεί η ευθανασία. Όπως καθηγητής της ιατρικής επισημαίνει, «ο γιατρός δεν μπορεί από θερα-πευτής να γίνεται εκτελεστής. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της ολισθηρής πλαγιάς, δηλαδή ότι άπαξ και επιτραπεί η εφαρμογή της ευθανασίας, θα γίνουν οπωσδήποτε καταχρήσεις, κάτι άλλωστε που επαληθεύτηκε στην Ολλανδία. Υπαρξιακά προβλήματα, όπως οι καταστάσεις του πόνου, της οδύνης και του πάσχειν, δεν είναι δυνατόν να λύονται με την θανάτωση του αρρώστου. Άλλωστε, όπως έδειξαν πολλές έρευνες, ο άρρωστος δεν θα ζητήσει ευθανασία, εφόσον του συμπαρασταθούμε με αγάπη. Όμως, όπως δεν έχουμε δικαίωμα να επιταχύνουμε το θάνατο, έτσι δεν έχουμε δικαίωμα να παρατείνουμε με τα ισχυρά τεχνολογικά μας μέσα το θνήσκειν. Όταν έρθει η ώρα να αποθάνει ο άρρωστος, έχει δικαίωμα να αποθάνει εν ειρήνη, χωρίς πόνους και χωρίς αγωνία».

Η Εκκλησία αρνείται να συγκατανεύσει στην ευθανασία όχι από σκληρότητα ή αδιαφορία προς τον ανθρώπινο πόνο, αλλά επειδή γνωρίζει, ότι καμιά νομική πρόβλεψη δεν μπορεί να εξασφαλίσει το σεβασμό της προσωπικής ελευθερίας από παραβιάσεις ή παρεμβάσεις τρίτων, όπως ο γιατρός και η πολιτεία. Επίσης γνωρίζει ότι το θέμα τίθεται σήμερα όχι τυχαία στο πλαίσιο ενός πολιτισμού ατομοκρατίας ή στο βωμό σκοπιμοτήτων κάποιου κοινού αγαθού, όπως ως τέτοιο προβάλλονται οι μεταμοσχεύσεις, η οικονομία κλπ., όπου κινδυνεύει να θυσιασθεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος ως πρόσωπο. Άλλωστε, όπως και στην αρχή σημειώσαμε, ο ίδιος ο όρος ευθανασία εκφράζει σχήμα οξύμωρο και αντίφαση «εν τοις όροις».

Αν αυτό ληφθεί ως αφετηρία, ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να απορρίπτει οτιδήποτε προκαλεί το θάνατο, ενεργητικά ή παθητικά, εκούσια ή ακούσια. Αυτό βέβαια αφορά τόσο το πρόσωπο που υφίσταται ή πρόκειται να υποστεί το θάνατο, όσο και εκείνους που τον συντροφεύουν και του συμπαρίστανται στο τέλος της ζωής του, όπως είναι οι γιατροί, οι νοσηλευτές, οι συγγενείς ή και άλλα ακόμη πρόσωπα του περιβάλλοντός του. Άλλωστε όπως έχει σημειωθεί, «ο θάνατος ενός ανθρώπου δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί καλός ή έστω επιτρεπτός, έστω και αν εμφανίζεται ως αναπόφευκτος. Το ότι ο θάνατος είναι για κάθε άνθρωπο τελικά αναπόφευκτος, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επιτάχυνσή του».

Άλλωστε, όπως αφετηριακά υπογραμμίσαμε, ιδιαίτερα ο κάθε προκαλούμενος και προμελετημένος θάνατος ως άρση και αναίρεση της ζωής καταργεί την αναφορά και την διαφορά και λειτουργεί ισοπεδωτικά. Γιατί αν η ποικιλία και η ενότητα χαρακτηρίζουν τη ζωή, η ομοιομορφία και η ισοπέδωση ταιριάζουν αποκλειστικά στο θάνατο. Από την άλλη πλευρά στην ορθόδοξη θεολογία δίνεται έμφαση στη μοναδικότητα και ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου προσώπου ως ελεύθερου και ταυτόχρονα κοινωνικού όντος. Από την άποψη αυτή είναι ανάγκη οι σχέσεις που το συνιστούν να καταφάσκονται ελεύθερα από τον ίδιο τον άνθρωπο και όχι να επιβάλλονται σ’ αυτόν με νόμους ή από παράγοντες έξω από αυτόν. Μόνο πρόσωπα που αγαπά κανείς ή τον αγαπούν με ανιδιοτελή αγάπη μπορεί να έχουν λόγο τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του όσο και στο γεγονός και τον τρόπο του θανάτου του. Και ασφαλώς στην περίπτωση αυτή η σκέψη τους δεν θα στρέφεται και δεν θα οδηγείται σε επιλογές ευθανασίας. Διαφορετικά η ελευθερία μπορεί να αποβαίνει δαιμονική αυτοεπιβεβαίωση και το πρόσωπο να καταλήγει σε αυτοπεριοριζόμενο άτομο.

(Ανέστης Γ. Κεσελόπουλος, Εκ του θανάτου εις την ζωήν, Θεολογική προσέγγιση στις προκλήσεις της βιοηθικής, εκδ. Π.Πουρναρά, σ.162-183)

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...