Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Η έννοια της θρησκευτικής ελευθερίας και το Μάθημα των Θρησκευτικών

Του Σταύρου Γιαγκάζογλου
1.Οι θεολογικές καταβολές της ετερότητας
Στην κατεύθυνση ενός εναλλακτικού πολιτιστικού παραδείγματος, η θεολογία του προσώπου, όπως την εξέφρασαν οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, πέρα από οποιαδήποτε «θρησκευτική» έκπτωση και ιστορική θεσμοποίησή της, κομίζει έναν βαθύτερο λόγο για την ετερότητα που μπορεί να νοηματοδοτήσει και να εμπνεύσει διαλεκτικά έναν σύγχρονο πολιτισμό, ξεπερνώντας κάθε εγκόσμιο ή μεταφυσικό ολοκληρωτισμό. Η έννοια της ετερότητας καθώς αναπτύσσεται στη σκέψη των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας αποτελεί μία κατ’ εξοχήν σχεσιακή και αναφορική πραγματικότητα που δεν οχυρώνεται στο ίδιον και στην απόρριψη του διαφορετικού, αλλά αντλεί το νόημα και το είναι ακριβώς από την κοινωνία και σχέση ως κενωτικό άνοιγμα στον Άλλον. Η ετερότητα δεν είναι μια ατομική διεκδίκηση, που θεμελιώνεται στον φόβο του άλλου ή στην προστασία από τον άλλο, μια μειοψηφική έκφραση και διαφορά που επιζητεί την ανεκτικότητα της πλειοψηφίας. Αντίθετα, είναι η αποδοχή του άλλου και η αναίρεση της διαίρεσης μέσα από ένα πλέγμα διαπροσωπικών σχέσεων. Πρόκειται, κατά βάση, για μια γόνιμη και εμπνευσμένη συνάντηση του ελληνικού και του βιβλικού ιδεώδους, για την αμοιβαία σύνθεση του οντολογικού ερωτήματος με την προσωπική φανέρωση του Αλλότριου μέσα στην κτίση και την ιστορία.
«idées chrétiennes devenues folles» (Gilbert Keith Chesterton (1874-1936), Evdokimov)
Παρά το οξύμωρον του πράγματος, το σύγχρονο ιδεώδες της ετερότητας, αλλά και η αξία και ο σεβασμός της προσωπικότητας του ανθρώπου ή του ατόμου και των δικαιωμάτων του, έχει θεολογικές ρίζες και καταβολές. Η μακρά διαδικασία εκκοσμίκευσης και τελικά περιθωριοποίησης του δυτικού Χριστιανισμού στο πλαίσιο της νεωτερικότητας είχε ως συνέπεια την αυτονόμηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας από την έννοια του προσώπου και την υιοθέτηση μιας αυτόνομης ηθικής. Ο περσοναλισμός του ανθρωπισμού και του υπαρξισμού αντιλαμβάνεται πλέον το πρόσωπο ως μια ενδοκοσμική πραγματικότητα, δίχως οποιαδήποτε μεταφυσική θεμελίωση και αναφορά. Ωστόσο, ο περσοναλισμός αυτός προέκυψε ιστορικά από την αντίληψη του προσώπου ως ατομικής αυτοσυνειδησίας, την οποία εισήγαγε στη δυτική θεολογία ο άγιος Αυγουστίνος και εξέφρασε καταλυτικά ο «τελευταίος Ρωμαίος φιλόσοφος και πρώτος σχολαστικός» Βοήθιος με τον περίφημο ορισμό του: persona est naturae rationabilis individual substantia. Πρόσωπο είναι η ατομική υπόσταση της λογικής φύσεως. Όμως, η αρχική εισαγωγή, σαφώς διαφορετική από την προαναφερθείσα έννοια του προσώπου, έγινε για πρώτη φορά στην ιστορία της σκέψης από τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας. Καθώς επισημαίνει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, «το πρόσωπον ως έννοια και βίωμα είναι γέννημα και θρέμμα της πατερικής θεολογίας», μια ιστορική και υπαρξιακή πραγματικότητα που φαίνεται να μην έλαβε την δέουσα θέση ούτε καν στην ιστορία της φιλοσοφίας. Η θεολογική σκέψη των Ελλήνων Πατέρων όχι μόνο δεν αποτέλεσε τον «τερματητή του φιλοσοφικού διαλόγου», αλλά συνέχισε αδιάκοπα την ανοικτή φιλοσοφική αναζήτηση με ριζικές υπαρξιακές καινοτομίες, που δεν ήταν απλώς μεταφυσικές προτάσεις ή μυστικιστικές αποδράσεις.
Αφετηρία της περί προσώπου θεολογίας είναι η εκφρασμένη βιβλική και πρωτοχριστιανική εμπειρία και πίστη στον Τριαδικό Θεό μέσω της ταυτότητας του Χριστού. Ως απόλυτη υπερβατικότητα, ο Θεός είναι απόλυτα ελεύθερος έναντι οποιασδήποτε λογικής, ηθικής ή κοσμικής αρχής και ανάγκης. Αποκαλύπτεται και ενεργεί στην κοσμική φύση όχι ως απρόσωπη δύναμη, αλλά παρεμβαίνει στην ιστορία των ανθρώπων, γνωρίζεται και αναγνωρίζεται από έμπρακτες προσωπικές σχέσεις μαζί τους.
2. Ο πολιτισμός του προσώπου, μεταξύ ιστορικής εκκρεμότητας και εσχατολογικής πραγματικότητας
Στην καμπή μιας ιστορικής μεταστροφής, η νεώτερη ορθόδοξη θεολογία επανακαλύπτει την πατερική σκέψη και το μακρόπνοο έργο της νεοπατερικής σύνθεσης, αναζητώντας για την εποχή μας το πάντοτε επίκαιρο και υπαρξιακό νόημα της θεολογίας. Η έννοια και η σημασία του προσώπου αποτέλεσε κεντρική συνιστώσα της σύγχρονης ορθόδοξης σκέψης από τον Γεώργιο Φλωρόφσκυ και άλλους ρώσους θεολόγους και στοχαστές. Ωστόσο, τη συστηματική ανάδειξη της οντολογίας του προσώπου στο επίπεδο του σύγχρονου θεολογικού και φιλοσοφικού στοχασμού οφείλουμε στο έργο του Χρήστου Γιανναρά και του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα. Πρόκειται για τους κατ’ εξοχήν εκφραστές μιας ρωμαλέας ερμηνευτικής θεολογίας του προσώπου. Ο Μητροπολίτης Ιωάννης Ζηζιούλας, ερμηνεύοντας υπαρξιακά το δόγμα της Αγίας Τριάδος και της Χριστολογίας μέσα από την ευχαριστιακή ταυτότητα της Εκκλησίας, χρησιμοποιεί την έννοια του προσώπου ως πρωταρχική θεολογική κατηγορία. Εξετάζοντας δημιουργικά και κριτικά τον νεώτερο δυτικό περσοναλισμό και υπαρξισμό, παρεμβαίνει και πραγματοποιεί μια θεολογική και υπαρξιακή ερμηνεία της βιβλικής και πατερικής σκέψης, απαντώντας στα θεμελιώδη οντολογικά ερωτήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Το πρόβλημα των ορίων της κτιστότητας του ανθρώπου δεν υπερβαίνεται από τη δυνατότητα που κατέχει ήδη η ανθρώπινη φύση ως φυσική εντελέχειά της, αλλά διά του προσώπου ως τρόπου υπάρξεως που έρχεται από την άκτιστη ετερότητα. Η οντολογική έννοια του προσώπου είναι έννοια απόλυτης κατάφασης της παρουσίας, και ενώ βιώνεται «τραγικά» από το κτιστό ως απουσία, μαρτυρεί συγχρόνως ότι υπάρχει αμιγής παρουσία «κάπου» έξω από το κτιστό. Έτσι εξηγείται η επιμονή της Χριστολογίας της Χαλκηδόνας στο ένα πρόσωπο του Χριστού, που είναι το πρόσωπο του Υιού της Τριάδος. Εν τω προσώπω του Χριστού, ο άνθρωπος βιώνει την θέωση, υπερβαίνοντας τα όρια του κτιστού όχι ψυχολογικά ούτε «φυσικά», αλλά διά μέσου ενός προσώπου. Η τοποθέτηση της έννοιας του προσώπου στην άκτιστη ετερότητα του Τριαδικού Θεού επισημαίνει ότι η θεολογία δεν δανείζεται την έννοια του προσώπου από τη φιλοσοφία, για να την εφαρμόσει στον Θεό, αλλά ότι η φιλοσοφία μπορεί να δανεισθεί την έννοια αυτή από τη θεολογία. Ο κρίκος της κοινωνίας ακτίστου Θεού και κτιστού ανθρώπου εκφράζεται «εν προσώπω», ως αντανάκλαση, δηλαδή, της προσωπικής ύπαρξης του Θεού στον άνθρωπο τόσο από τη βιβλική όσο και από την πατερική αντίληψη για το «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν». Το ανθρωπολογικό πρόβλημα της οντολογίας του προσώπου εντοπίζεται, εξ άλλου, στην προτεραιότητα και απολυτότητα της ετερότητας σε σχέση με το γενικό, δηλαδή στο πρόβλημα της σχέσης του «ενός» και των «πολλών». Η λύση αυτού του προβλήματος δόθηκε, κατά την πατερική θεολογία, από την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, η οποία αποτελεί πλέον εσχατολογική και εικονολογική πραγματικότητα. Η αλήθεια του προσώπου ως τελική αλήθεια της ύπαρξης είναι εικόνα του μέλλοντος με την έννοια ότι βιώνεται ως διαλεκτική σχέση του εσχατολογικού χαρακτήρα του προσώπου που εισβάλλει στην ιστορία, δίχως να μετατρέπεται σε ιστορία
Για περισσότερα στο ΑΜΕΝ
Αναδημοσίευση: http://religionslehrer.blogspot.gr/2013/11/blog-post_23.html
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...