Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Στερεότυπα


Είναι αλήθεια ότι στα πλαίσια των ομάδων οι πάντες σχηματίζουν θετικά στερεότυπα για τους δικούς τους (εσω ομάδα) και προκαταλήψεις για τους τρίτους (την εξω ομάδα). Προκαταλήψεις διαμορφώνουμε όλοι από τα πρώτα στάδια της ανατροφής μας εφόσον δεν μπορούμε να σχηματίσουμε ταυτότητα χωρίς τη διάκριση «εμείς-αυτοί». Αυτό συμβαίνει ανέκαθεν. Εκείνο όμως που δεν είναι αναπόφευκτο είναι η δια παντός εμμονή και καθήλωση κάποιου στις κληρονομημένες από το κοινωνικό του περιβάλλον προκαταλήψεις. Ρατσιστής, ακριβώς, είναι εκείνος που δεν δέχεται ποτέ να υποβάλει σε κριτική συζήτηση τις προκαταλήψεις του. Ο ρατσιστής δεν είναι απλώς δύσπιστος στο ένα ή το άλλο επιχείρημα. Απορρίπτει την ίδια τη χρήση του λόγου. Αυτό συμβαίνει γιατί δίπλα στις υπαρκτές διαφορές προσαρτά ο ίδιος ορισμένες φαντασιακές διαφορές, έτσι ώστε οι πρώτες να αποτελούν άλλοθι για τις δεύτερες. Ουσιαστικά, ο ρατσισμός δεν αποτελεί μια στάση που προέρχεται από μια πραγματική διαφορά με τους άλλους. Απεναντίας, ο ρατσισμός δημιουργεί μια αιτία προκειμένου να εκδηλωθεί.

Ας σκεφθούμε:

Λέξεις, φράσεις, στερεότυπες εκφράσεις, εικόνες, ήχοι, παράγραφοι, προτάσεις, διάλογοι,
κινήσεις: Φορείς λεκτικών ή μη λεκτικών μηνυμάτων . Φορείς ιδεολογίας, κοινωνικών,
φιλοσοφικών, θρησκευτικών πεποιθήσεων, θεμέλια, εφαλτήρια, εκκολαπτήρια προσωπικών-
ατομικών και κοινωνικών συμπεριφορών και ταυτόχρονα με την επανατροφοδότηση παράγωγά
τους.
 

Ο ρόλος της Παιδείας:

Έχοντας συναίσθηση οι φορείς της ,της τρομακτικής δύναμης της επικοινωνίας καλούνται να την καταστήσουν φάτνη γέννησης ειρηνικής συνύπαρξης, αλληλεγγύης και συνεργασίας ανθρώπων, λαών και κοινωνιών κι
έχουν την ευθύνη πρόληψης και εξάλειψης εκκολαπτόμενων συμπεριφορών, αρχών και στάσεων μίσους στο παγκοσμιοποιημένο, πλέον, «αυγό του φιδιού»

Άποψη πρώτη

"Ο ρατσισμός προσπαθεί να αποδείξει ότι οι πρόσφυγες είναι δειλοί, παράσιτα, ανίκανοι να ζήσουν τη ζωή τους και επομένως εγκατέλειψαν τις χώρες τους και ήρθαν εδώ για να καταναλώσουν τους πόρους μας χωρίς κόπο. Και εξαιτίας όλων αυτών αυξάνουν την ανεργία, προκαλούν προβλήματα στο σύστημα κοινωνικής ασφάλειας και γενικότερα προκαλούν διάφορες κοινωνικές αναστατώσεις, γίνονται κακό παράδειγμα για την κοινωνία, στελεχώνουν τις μαφιόζικες ομάδες, τη διακίνηση ναρκωτικών και λαθρομεταναστών".

Το μοιραίο κρυφτό του ρατσισμού

- Μεσημέρι στο Παγκράτι. Ο Γιωργάκης παίζει με την Αννούλα και η μητέρα τους δουλεύει στο σπίτι. Τα παιδιά παρασυρμένα από το παιχνίδι χάνονται και η μάνα τρελαμένη ζητάει βοήθεια από την αστυνομία. Ξεσηκώνεται αμέσως όλη η γειτονιά. Ψάχνουν παντού, φωνάζουν δημοσιογράφους για να κάνουν τις περιγραφές των παιδιών. Ο επικεφαλής των ερευνών εισαγγελέας είναι δίπλα στη μάνα και της δίνει κουράγιο. Χτενίζουν όλη την περιοχή. Μια μέρα αργότερα βρίσκουν τα παιδιά ταλαιπωρημένα και φοβισμένα σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από το σπίτι τους. Είχαν παγιδευτεί σε ένα αφύλαχτο φρεάτιο και δεν μπορούσαν να βγούνε...

- Μεσημέρι στην Ορεστιάδα. Ο Αχμέτ παίζει με τον Αιχάν. Τα παιδιά παρασυρμένα από το παιχνίδι χάνονται και η τσιγγάνα μάνα τρελαμένη ζητάει βοήθεια. Ανακρίνεται και «ομολογεί», δεν μιλάει καλά ελληνικά, είναι τρομοκρατημένη, φοβάται μήπως φταίει ο πατέρας. Ο πατέρας φυλακίζεται ενώ αρνείται τα πάντα. Η αστυνομία βρίσκει και συνεργούς. Κινητοποιούνται όλοι μέσα από τα γραφεία τους και τα τηλέφωνά τους. Ψάχνουν στα σύνορα. Η γειτονιά βλέπει τηλεόραση ανατριχιασμένη. Ωσπου τα παιδιά πεθαίνουν από θερμοπληξία 100 μέτρα από το αστυνομικό τμήμα Ορεστιάδας και 40 μέτρα από την κεντρική πλατεία.



Αστυνομία, τηλεοπτικές εκπομπές ανεύρεσης επιζώντων, εισαγγελείς, δημοσιογράφοι βολεύτηκαν με το σενάριο ότι τα παιδιά πουλήθηκαν από τους ρομά γονείς τους. Από κοντά και τα μέσα ενημέρωσης: «Τσιγγάνα μάνα πουλάει τα παιδιά της», «ο πατέρας πούλησε τα παιδιά με τον κουνιάδο», «κυκλώματα τσιγγάνων εκμεταλλεύονται μικρά παιδιά». Ολα αυτά μαζί με τις υστερικές φωνές αγανακτισμένων πολιτών. Των πολιτών εκείνων που σωπαίνουν όταν δίπλα τους κάποιος γονιός χτυπάει το παιδί του ή το κακοποιεί πάνω σε ένα μεθύσι ή ακόμα και το βιάζει. Η συλλογική αυτή σιωπή μπροστά στην «ιερή οικογένεια» δεν ισχύει όμως για τα παιδιά μεταναστών ή ρομά. Εκεί ξεφωνίζονται όλα. Ακόμα και μετά το θάνατο των παιδιών οι ηθικοί αυτουργοί του συλλογικού εγκλήματος επιμένουν στα κυκλώματα διακίνησης παιδιών και στα αστυνομικά θρίλερ για να μην υποχρεωθούν να ομολογήσουν ότι άλλο ένα ρατσιστικό έγκλημα διαπράχτηκε κάτω από τα μάτια μας. Αντί να κάνουν όλοι το προφανές, να τρέξουν, να ψάξουν τα δυο παιδιά που έπαιζαν, αντί να θυμηθούν την περίπτωση του Αλέξ, άρχισαν να ερευνούν τα σύνορα και να ενοχοποιούν τους γονείς. Οι αστυνομία απέσπασε ομολογία της μάνας, οι εισαγγελείς προφυλάκισαν τον πατέρα, οι οργανώσεις ψάχνανε τα διεθνή κυκλώματα, οι δημοσιογράφοι ζητούσαν αυστηρότερους νόμους και οι πολίτες έβλεπαν τηλεόραση αγανακτισμένοι με τη συμπεριφορά των τσιγγάνων γονιών.
Μέχρι που τα νεκρά παιδιά άρχισαν να μυρίζουν. Μια μυρωδιά που απλώθηκε σε όλη την Ελλάδα του ρατσισμού και της αδιαφορίας.
Πηγή : (Ελευθεροτυπία, 21/6/2008)

Αναδημοσίευση: http://edu09.pbworks.com
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...